Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
Υγιή Συναισθήματα
Θυμός, οργή, λύπη...
Πόσο παρεξηγημένες είναι μερικές λέξεις, πόσο παρεξηγημένα είναι μερικά συναισθήματα. Αν το καλοσκεφτείς, πόσο ελεύθερος είσαι να τα νίωσεις και το σπουδαιότερο, να τα εκφράσεις;
Θυμός. Πόσο σου επιτρέπεται να θυμώσεις; Πόσες φορές δεν έγινες αντικείμενο δυσμενούς κριτικής επειδή "έχασες την ψυχραιμία" σου;
Οργή. Άραγε πόσες φορές τα βλέμματα στο δρόμο δεν γύρισαν κοιτώντας σε επικριτικά επειδή έγινες "ταύρος εν υαλοπωλείο". Πόσα βλέμματα δεν σε κεραυνοβόλησαν επειδή φώναζες αγανακτησμένος σε κάποιο σοκάκι, πόσα δάχτυλα δεν βρέθηκαν στο ύψος του στόματος, προτρέποντάς σε να σωπάσεις;
Λύπη. Απαγορεύεται να είσαι λυπημένος. Απαγορεύεται να έχεις τις μαύρες σου. Απαγορεύεται να κλαις, να ξεσπάς.
Να ξεσπάς...να βγάζεις από μέσα σου το πύον, να σπας το απόστημα...
Άραγε γιατί τα συναισθήματα αυτά δεν είναι αποδεκτά; Τι είναι αυτό που ωθεί τους ανθρώπους να θέλουν να σε βλέπουν πάντα χαρούμενο σαν να είσαι εθισμένος στο Prozac;
Νομίζω πως τελικά, τους βολεύει να παραμένεις απαθής και σιωπηλός...αλλιώς τους ξεβολεύεις, τους χαλάς την ησυχία τους, τη γαλήνη τους. Χωρίς τις εκρήξεις σου όλα θα ήταν "εντάξει", τίποτα δεν θα άλλαζε και οι άλλοι θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι, πως τίποτα δεν θα χαλάσει την αιώνια ηρεμία τους, την ασπρόμαυρη ζωή τους...
Καμιά φορά όμως χρειάζεται να βάζεις και λίγο χρώμα...έστω και αν αυτό είναι το κόκκινο του θυμού και της οργής!
Δευτέρα 19 Απριλίου 2010
Ο Γιος του Φεγγαριού
Σαν πέσει η νύχτα το φως της ντύνομαι,
μαύρα πέπλα μέσα από τις σκιές η ψυχή μου ανοίγεται,
και κυνηγά το Γιο του Φεγγαριού.
Αέναο κυνηγητό ανάμεσα μας,
Σπρώχνω, τραβώ, διεκδικώ, τσακίζομαι,
Κάνω πίσω, κάνω μπρος, τρέχω με λύσσα να κρυφτώ,
να δειχθώ, την παρουσία μου να κάνω αισθητή!
Που είσαι; Που πας; Που κρύφτηκες;, η φωνή μου αντηχεί,
Αλλά της απαντά μόνο ο δικός της αντίλαλος.
Για άλλη μια φορά θυσία γίνομαι,
Με τα μάτια δεμένα με στέλνουν να συναντήσω τη μοίρα μου.
Να τον αγγίξω προσπαθώ με το μυαλό μου,
και ακόμα και αυτό με ματώνει.
Μη! Μακριά του μείνε, στης νύχτας την ατέλειωτη σιωπή θα σε βυθίσει!
Ποιος φωνάζει; Ποιος μιλά; Ποιος σιωπά;
Κλαδιά, σκιές, φωνές, και εγώ τρέχω σαν άλογο από την ταχύτητα τυφλό.
Πέφτω, σκίζομαι, αλλά σηκώνομαι και με τη δύναμή μου μετριέμαι!
Ω, Ουρανέ, τα χέρια σε σένα υψώνω,
και το ασημένιο πρόσωπό του στα χέρια μου απίθωσε,
να τον φιλήσω, να τον αγγίξω, να δω αληθινός αν είναι.
Όμως αντί για αυτόν, ο ουρανός ανοίγει και μια βροχή εξαγνιστική με χτυπά δυνατά!
Με χτυπά, αλλά εγώ εκεί, με λιώνει και εγώ παλεύω όρθια να μείνω!
Αλλά στο τέλος με νικά, στο έδαφος με ρίχνει,
και η γύμνια της ψυχής μου πιο φανερή και απ’ την αληθινή γίνεται!
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
Ιn the deep of the night

In the deep end of the night,
when the owl seeks and watches,
where the branches of the trees slowly as a wave move,
from the air that howls through them...
In the deep end of the night,
Where the creatures of the night set to life,
where the ghosts of the past slowly awaken,
where the moon hangs from the sky like a melon slice...
In this deep end of the night,
my soul lies and takes life,
and it crawls and hides,
like an eerie creature of the dark.
Oh please Mother Nature,
give me strength to bare,
my thoughts and needs,
my yearnings and my faults,
my rights and my wrongs,
my step when I fall!
Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Ο αγώνας που δεν έτρεξα
Εδώ και ένα χρόνο περίμενα τον αγώνα 20 χιλιομέτρων που διοργανώνει ο Σύλλογος Δρομέων Υγεία Αθηνών. Κάποιος επιπόλαιος τραυματισμός όμως από προηγούμενο αγώνα με κράτησε έξω από κάτι που ήθελα εδώ και πολύ καιρό να κάνω.
«Δεν πειράζει», σκέφτηκα, «θα πάω ούτως ή άλλως, να είμαι κοντά στους υπολοίπους που θα προσπαθούν».
Έτσι, στις 10 το πρωί της Κυριακής βρέθηκα κοντά στους φίλους δρομείς που εδώ και καιρό με στηρίζουν, μου δίνουν χέρι βοηθείας στη δυσκολία μου και με συγχαίρουν στις μικρές νίκες μου. Βρέθηκα κοντά και στους ανθρώπους του Συλλόγου στους κόλπους του οποίου ανήκω εδώ και λίγο καιρό και είναι ωραίο αυτό το συναίσθημα του «ανήκειν» είναι σαν να έχεις μία δεύτερη οικογένεια.
Ο ανοιχτός στίβος του Αγίου Κοσμά φιλοξενούσε για ακόμα μία φορά ένα πολύχρωμο σμαρί από ανθρώπους, που για δικούς του λόγους ο καθείς θέλησαν να αναμετρηθούν για άλλη μία φορά με τον εαυτό τους, με τους υπολοίπους, με τον καιρό, για να τρέξουν μία όμορφη διαδρομή. Άνθρωποι ανυπόμονοι, άνθρωποι χαρούμενοι, άνθρωποι απλοί που τους αρέσει να τρέχουν.
Η εκκίνηση δόθηκε λίγο μετά τις 10:30 και οι δρομείς άρχισαν να ξεμακραίνουν, παίρνοντας ο καθένας το χρόνο του και προσαρμόζοντας το ρυθμό του έτσι ώστε να πιάσει το στόχο του για το σημερινό αγώνα.
Και εμείς, οι «απ’έξω» - και ήμασταν αρκετοί σήμερα – πίσω από τη νοητή γραμμή που μας χώριζε από τους «μάχιμους», να ενθαρρύνουμε, να χειροκροτούμε και να χαιρόμαστε για τους «συντρέχτες» μας! Από εκεί δεν το κουνήσαμε ρούπι – παρότι το κρύο ήταν ομολογουμένως τσουχτερό – αλλά πως ήταν δυνατόν, οι φίλοι μας ήταν εκεί έξω, με τα κοντομάνικα και τα σορτσάκια τους και εμείς με τα μπουφάν και τα γάντια μας θα «λακίζαμε»;
Ο πρώτος δρομέας, έκανε την εμφάνισή του, μόλις μία ώρα και 9 λεπτά μετά την εκκίνηση του αγώνα. Άνετος, χωρίς χαμένη ανάσα, σαν να μην είχαν περάσει από τα πόδια του τα 20 χιλιόμετρα που μόλις είχε τρέξει! Και μετά άλλος, κι άλλος, κι άλλος…και μετά την πρώτη μίαμιση ώρα, κόσμος πολύς, άνδρες – γυναίκες, δρομείς από συλλόγους όπως ο ΣΔΥΠ κα ο ΣΔΥΑ με τις συνήθεις εμφανίσεις τους, οι ΣΑΦΑΝΣ με τα πορτοκαλί τους μπλουζάκια που πάντα δίνουν μία χρωματιστή νότα στους αγώνες, αλλά φυσικά και μη οργανωμένοι δρομείς, οι απλοί δρομείς, αυτοί που τρέχουν χωρίς χρονόμετρα και high tech παπούτσια, μόνο για την γλύκα του τερματισμού. Εκεί και οι τυφλοί δρομείς με τους συνοδούς τους, συγκίνηση και περηφάνια, εκεί και ένας άνδρας 75 ετών, γεννηθείς το 1935, να τερματίζει δύο ώρες και κάτι μετά την εκκίνηση…!
Ναι, σήμερα ήμουν και εγώ εκεί. Ήμουν και εγώ εκεί να χειροκροτήσω, να φωνάξω, να συντρέξω τους «συντρέχτες» μου. Να πάρω κάθε πόνο τους, κάθε αγωνία τους αλλά να νιώσω μαζί με τον καθένα από αυτούς την συγκίνηση του τερματισμού. Σήμερα ήμουν και εγώ εκεί, γι’ αυτούς, αλλά και για όσους δεν είχαν κάποιον δικό τους εκεί να τους περιμένει, να φωνάξει το όνομά τους όταν εκείνοι φάνηκαν, όσοι δεν είχαν κάποιον να τους χτυπήσει φιλικά στην πλάτη και να τους πει, «συγχαρητήρια»! Ήμουν εγώ όμως εκεί γι’ αυτούς, όπως και εκείνοι ήταν εκεί για μένα σε όσους αγώνες έχω τερματίσει μόνη!
Να είστε όλοι καλά!
Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Αθηνών στις 16/03/10
Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010
Serenissima

Καθώς η νύχτα απλωνόταν πάνω από τη «Γαληνοτάτη» και στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου το ρολόι χτυπούσε ρυθμικά μεσάνυχτα, μία μαύρη σκιά φορώντας ντόμινο και μία χρυσή βενετσιάνικη μάσκα, διέσχισε τη σχεδόν έρημη πλατεία με γρήγορο βήμα. Οι ανάσες κοφτές σαν να είχε τρέξει, οι κινήσεις γρήγορες σαν σε βιασύνη, έκαναν το μαύρο ύφασμα να αναδεύεται και να μοιάζει με τα κύματα των καναλιών, που την ώρα εκείνη νωχελικά τραβούσαν το δρόμο τους. Τα μάτια του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα έπαιζαν νευρικά και παρόλο το προσωπείο, η κίνηση και το έντονο βλέμμα του κατόχου τους ήταν φανερό…Μάτια γεμάτα σπίθα, σαν αναμμένα καντηλάκια, πρόδιδαν άνθρωπο νευρικό ή φοβισμένο μα και δυνατό και αποφασισμένο…
Μία γόνδολα καρτερικά περίμενε στην όχθη του Canal Grande, μαύρη σαν νυχτερίδα με αστραφτερά κόκκινα βελούδινα καθίσματα και με έναν μονάχα επιβάτη. Η σκιά την είδε και κατευθύνθηκε προς αυτήν. Ο γονδολιέρης άπλωσε το χέρι του και εκείνη επιβιβάστηκε και κάθισε αντίκρυ από τον άντρα που για ώρα περίμενε, με τους γιακάδες του πανωφοριού του σηκωμένους για να αντιμετωπίσει το κρύο και την υγρασία των καναλιών.
Το ταξίδι τους ξεκίνησε και λέξη δεν αντάλλαξαν γρήγορα. Η σκιά ανυπόμονη και νευρική δεν θέλησε να μιλήσει παρά μονάχα για να δηλώσει τον ήδη γνωστό προορισμό:
“Casin dei Nobili”.
“Siamo arrivati, ecco, Casin dei Nobili”, ανακοίνωσε ο γονδολιέρης, και ο άντρας με το βαρύ πανωφόρι πάτησε πρώτος στη στεριά για να βοηθήσει τη σκιά να κατέβει και καθώς το μαύρο μετάξι ανασηκώθηκε, άξαφνα η κουκούλα γλίστρησε και το φως του φεγγαριού έλουσε μία τούφα από ξανθά μαλλιά…η σκιά ήταν γυναίκα…
Μια πόρτα βαριά με μάνταλο τη χώριζε από αυτό που είχε έρθει να βρει. Ανασήκωσε το χέρι της να χτυπήσει…δίστασε…δεν ήταν σίγουρη αν αυτό που θα μάθαινε, αν αυτό που χρόνια τώρα καρτερικά περίμενε ήταν γραφτό να συμβεί εκείνη τη νύχτα. Ο ήχος από τις αρθρώσεις των δαχτύλων της στο βαρύ ξύλο έκανε αντίλαλο στην σκοτεινή στοά και η σκιά αναρίγησε από φόβο καθώς η πόρτα δεν άνοιγε. Ένα συρταρωτό παραθυράκι άνοιξε και αφού δυο λόγια ψιθυρίστηκαν η πόρτα έγειρε αργά και έκλεισε πάλι πίσω της σαν να σφράγιζαν οι πόρτες…του παραδείσου ή της κολάσεως.
Η σκιά προχώρησε και άξαφνα κόσμος, φωνές, ντόμινα, άνθρωποι με λαμπρές στολές και περίτεχνες μάσκες, γυναίκες με τουαλέτες και πουδραρισμένες περούκες, μουσικές και τυχερά παιχνίδια…η γυναίκα βρέθηκε σε αμηχανία…δεν ήξερε που να πάει…ξαφνικά έμοιαζε να ξεχνάει γιατί βρισκόταν εκεί…ένα χέρι αποφασιστικό πετάχτηκε και την τράβηξε ξαφνικά σε ένα διάδρομο με ησυχία…ο άνθρωπος που μαζί του ταξίδεψε μέσα στη γόνδολα…την τράβηξε μαλακά και περπάτησαν στον άδειο διάδρομο ώσπου έφτασαν μπροστά σε μία μεγάλη αίθουσα με βαριά έπιπλα, βελούδινα σαν τα καθίσματα της γόνδολας. Ο άνδρας στάθηκε αντίκρυ της. Την κοίταξε και τα μάτια του γέμισαν συμπόνια και τρυφερότητα. Ναι, αυτή ήταν που προστάτευε τόσον καιρό. Αυτή ήταν που ακόμα και σήμερα την έφερε με ασφάλεια να συναντήσει το πεπρωμένο της. Αυτή που τον κοιτούσε πίσω από την μάσκα της, εκλιπαρώντας για μια και μόνο λέξη…
Η σκιά ανασήκωσε τη μάσκα της και φάνηκαν τα δύο μάτια που σαν καντηλάκια ώρα πολύ άναβαν…Το βλέμμα υγρό, η ερώτηση ακόμα εκεί…καθώς εκείνος υποχώρησε, η πόρτα που βρισκόταν κλειστή πίσω του άνοιξε αργά…και πίσω της φάνηκε άλλη μία μαυροφορεμένη φιγούρα, χωρίς κουκούλα και μάσκα…και έμεινε εκεί να την κοιτάζει…
Τα μάτια της που τόση ώρα άναβαν, τώρα έλαμπαν πραγματικά, πιο πολύ και από τα χρυσά της μαλλιά…και η απάντηση στην ερώτηση κραύγαζε… «ήρθε!»
Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010
Μωριάς
Κάπου εκεί που η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο κείτεται, κάπου εκεί που τα βράχια άγρια απ’ τα χτυπήματα της θάλασσας γίνονται, κάπου εκεί που τα σπίτια βαριά από πέτρα υψώνονται, εκεί στο νότο βρίσκεται η πατρίδα μου.
Πέτρα και βράχια και βουνά και θάλασσες.
Εκεί την εστία μου φαντάζομαι. Από πέτρα φτιαγμένη. Ένα πυργόσπιτο που βαρύ ορθώνεται και το παράστημα του υψώνει και στέκει σαν πολεμίστρα έτοιμο. Παράθυρα από ξύλο χωμένα μέσα στις πέτρες, σαν μάτια σε κόχες βαθιές. Η όψη του τραχιά και αυστηρή, μα η ψυχή του ζεστή. Το μάνταλο σηκώνω και η πόρτα ανοίγει. Τα τζάκια και τα παραγώνια του συνέχεια καίνε, και η φωτιά θαλπωρή και ζεστασιά απλώνει στο χώρο, και η μυρωδιά του ξύλου τα ρούχα ποτίζει και από αυτήν δεν μπορείς να ξεφύγεις. Με έπιπλα παλιά που ιστορίες φέρουν στις ράχες τους σπαρμένο είναι, και στους τοίχους του τα όπλα των προγόνων μου στέκουν να μου θυμίζουν εκείνους που τη γενιά μου όρισαν. Ένα γραφείο παλιό, με ένα μελανοδοχείο και μία πένα περιμένουν καρτερικά κάποιος να τα βάλει να γράψουν ιστορίες από τα παλιά και σαν τα χέρια μου απαλά επάνω τους απιθώσω, άξαφνα το μυαλό μου γεμίζει εικόνες και ιστορίες που τις λένε μόνο οι γέροντες στου χωριού τα καφενεία πια. Οι αισθήσεις παίζουν παιχνίδια και από την κουζίνα με το παραγώνι που καίει μυρωδιές από πίτες και ζυμωτό ψωμί και χοιρινό και κόκκινο κρασί αναδύονται. Εδέσματα που τείνουν να εκλείψουν βρίσκονται εκεί, πάνω στο ξύλινο τραπέζι, υλικά απλά που τις ωραιότερες γεύσεις μας χαρίζουν και η αίσθηση του φρέσκου που την έχουμε ξεχάσει, παρούσα…
Η θάλασσα απλώνεται μπροστά του σαν ένα μεγάλο γαλάζιο σεντόνι. Πίσω του ο Γέρο – Ταΰγετος τον όγκο του επιβάλει και επιβλητικός καθώς είναι δέος μου προκαλεί. Αυτό το βουνό που με σεβασμό – όπως κάθε στοιχείο της φύσης – πρέπει να προσεγγίζεις, σε καλεί, θαρρείς και σου γνέφει, «έλα», ψιθυρίζει, «στις πλαγιές και στα μονοπάτια μου γαλήνη και απαντήσεις θα βρεις»…
Τα μάτια μου στρέφω και πίσω απ’ το πυργόσπιτο μια κίνηση βλέπω. Μαύρο σαν έβενος, μαύρο σαν έρεβος ένα άτι περιμένει. Τα μάτια του κατάμαυρα και αυτά και τα ρουθούνια του σπίθες πετούν! Νευρικό και ανυπόμονο, περιμένει και το κεφάλι του πάνω κάτω κουνά και μου γνέφει… Να φύγει βιάζεται, οι οπλές του στην ησυχία αντηχούν…
Και σαν αλλοτινή αμαζόνα, από τη χαίτη του αρπάζομαι, στη ράχη του ανεβαίνω και όπως η μάνα γη στα πόδια μου απλώνεται, την πατώ, την ταξιδεύω, την παιδεύω και αυτή εκεί…να με δέχεται!
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010
Fuego!
Μεσάνυχτα και τα Ανάκτορα της Αλάμπρα φαντάζουν σαν κόκκινος βράχος στην πόλη της Γρανάδας. Ησυχία απλώνεται γύρω από τα τείχη που τη διακόπτουν κατά καιρούς οι οπλές κάποιου αλόγου που ράθυμα σέρνει το βήμα του με τον αναβάτη του να λαγοκοιμάται στη ράχη του, μεθυσμένο από το κόκκινο κρασί και τις κιθάρες….
Ξάφνου, μία μαύρη σκιά γλιστράει κατά μήκος του κόκκινου τείχους, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά καχύποπτα κάτω από το άσπρο μαντήλι που καλύπτει τα μαύρα σαν έβενο μαλλιά της. Η μαυροφορεμένη φιγούρα προχώρησε με βήμα σταθερό σε ένα δρόμο που τον ήξερε καλά…ένα – ένα τα βήματά της σβήνουν καθώς ξεμακραίνει…
Μακριά από το σπίτι της, μακριά από την προστασία των δικών της η Μερσέντες διανύει σχεδόν κάθε βράδυ την ίδια διαδρομή, με τον ίδιο σκοπό…κάτω από το μαύρο πανωφόρι της διακρίνονται τα κόκκινα τριαντάφυλλα να πλαισιώνουν τους ώμους της από το κόκκινο σαν φωτιά φουστάνι και τα παπούτσια του χορού…τα παπούτσια του Φλαμένγκο…
Σιγά – σιγά η ησυχία της πόλης αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μία μακρινή βοή…σαν πανηγύρι ή σαν μάχη, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτήν την άκρη της πόλης, αν δεν πλησιάσεις αρκετά…και να! Άξαφνα, σαν από τα μάγια κάποιας γριάς με μαύρο σουβλερό καπέλο και μεγάλη γαμψή μύτη, μπροστά της απλώνεται το κομμάτι της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται… εκεί που μαζεύονται όλοι μετά τις ταυρομαχίες για να πιούν, να χαρτοπαίξουν και να αγοράσουν λογιών – λογιών στολίδια, κρασί και πολλές φορές ακόμα και τον έρωτα…
Όμως εκείνη δεν την αγγίζουν όλα αυτά...σαν αερικό μέσα στον κόσμο περπατά, και τη βοή τους δεν την ακούει…στο μυαλό της μόνο ένας ήχος περιμένει ν’ ακουστεί…αυτός της κιθάρας του Κρίστομπαλ… σαν υπνωτισμένη προχωρεί προς το γνωστό μέρος όπου άξαφνα όλοι οι άλλοι ήχοι χάνονται και πάνω από όλους ο ήχος της κλασσικής κιθάρας ακούγεται….καθάριος και δυνατός, σαν το νερό του ποταμού όταν τα χιόνια έχουν μέσα του λιώσει και ορμητικός κυλλά προς τη θάλασσα…
Το μαντήλι έχει πια λυθεί από τα μαλλιά της που ξέπλεκα απλώνονται σαν μαύρο χρυσάφι στους ώμους της…σαν χαμένη περιμένει…μέχρι το χέρι εκείνου να την φέρει πάλι στην πραγματικότητα…και εκείνος είναι εκεί, πάντα είναι εκεί, και την περιμένει καρτερικά μέχρι εκείνη να φανεί μέσα από τον όχλο…
Και εκεί ο χρόνος σταματά…η Μερσέντες κατεβάζει τα μάτια της χαμηλά και παράλληλα δένει τα μαλλιά της σφιχτά πίσω στη βάση του κεφαλιού της σχεδόν κοντά στην αρχή της ραχοκοκαλιάς της. το πανωφόρι της σε μίαν άκρη πετά, αφήνοντας να φανεί το κόκκινο σαν λάβα φόρεμά με τα τριαντάφυλλα και τα μαύρα παπούτσια του χορού…
Αντίκρυ στέκονται η Μερσέντες και ο Εστέμπαν… Ο Έκτορ κρατώντας σχεδόν κάθετα την κιθάρα του ακουμπάει με δύναμη τα χέρια του στις χορδές…και αυτή αρχινάει να αναδύει μελωδίες… άλλοτε κοφτές και άλλοτε σαν τις γρήγορες Ισπανικές ομιλίες, άλλοτε χαμηλά σαν ψίθυροι και άλλοτε δυνατά σαν το ΟΛΕ της αρένας, οι μελωδίες στην ατμόσφαιρα στροβιλίζονται…και μαζί τους παρασύρουν το νεαρό ζευγάρι…
Εκείνος στα μαύρα ντυμένος, σαν μαύρη λεπίδα σκίζει τη νύχτα καθώς τα πόδια του κρατούν το ρυθμό και τα χέρια του ψηλά ορθώνονται σαν κλαριά δέντρου που τα φύλλα του έχει ρίξει και στεγνά, γυμνά έκλυση κάνουν στον ουρανό να ανοίξει…και εκείνη…;
Εκείνη σαν κεραυνός κινείται, με την άκρη του φουστανιού της στο ένα χέρι της και με το άλλο απ’ τον καρπό να γυρίζει και να στρέφεται, σαν το χέρι μιας σειρήνας που επίμονα σε καλεί να την ακολουθήσεις…
Έτσι ρυθμικά, σε απόλυτη αρμονία, χέρια, πόδια, σώματα, με τη μελωδία μπλέκουν και ένα γίνονται… τα μάτια είναι αδύνατον να σταθούν μόνο στον έναν…τη θέση του ενός παίρνει ο άλλος και τα χρώματα από το φουστάνι της χορεύτριας και τη μαύρη φορεσιά του καβαλιέρου λες και σε μία μαγική παλέτα αναμειγνύονται και το χρώμα τους ένα γίνεται…Τα πόδια τους δεν σταματούν, το ρυθμό ακολουθούν και σαν ποδοβολητά αλόγων ακούγονται, να ταξιδεύουν στο βαθύ σκοτάδι στη χώρα των Μαυριτανών κατακτητών…
Η κιθάρα με μία τελευταία ριπή απότομα σταματά, μόνο για να βρει τους δυο αντικριστά για άλλη μία φορά, τα σώματά τους ένταση και ιδρώτα να αναδύουν και οι ανάσες τους κοφτές και γοργές σαν μόλις να ξαπόστασαν από ένα μακρύ και έντονο σφιχταγκάλιασμα… Στα μάτια ο ένας του άλλου ένα μόνο πράγμα βλέπει…Φλαμένγκο!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




