Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

H Κυρά της Λίμνης


















Βαθειά μέσα στο δάσος, εκεί που τα δέντρα φράχτες υψώνονται και από το πυκνό φύλλωμά τους η μέρα νύχτα γίνεται, μια λίμνη βρίσκεται. Τα νερά της άλλοτε γαλάζια, άλλοτε πράσινα, στα βάθη τους μυστικά κρύβουν. Στις όχθες της πια κανείς δεν κάθεται να ξαποστάσει, τα νερά της αφιλόξενα και εχθρικά για τους ανθρώπους που κάποτε μέσα τους βουτούσαν, δροσιά να βρουν και ξενοιασιά. Μία ξύλινη καλύβα, ξεχασμένη και άδεια να θυμίζει πως κάποτε η λίμνη ζωή αντηχούσε και χαρά μοίραζε σε όποιον την αντίκριζε…

Τι στ’ αλήθεια συνέβη; Ποια σκοτεινή μοίρα στα νερά της περπάτησε και σκόρπισε στο διάβα της μαυρίλα και αντάρα; Τα νερά της τώρα μαύρα σαν έρεβος, ανταριάζουν με κάθε πνοή ανέμου, έτοιμα να παρασύρουν στους ξεχασμένους τους υπόγειους γκρεμούς, ανθρώπους ανυποψίαστους και αφελείς…

Ο θρύλος λέει πως εκεί, στα μεγάλα της βάθη, η Κυρά της Λίμνης κατοικεί…στοιχειωμένη από μια παλιά ιστορία που δέσμια την κρατά να μην βλέπει του ήλιου το φως παρά στο σκοτάδι μόνο να εμφανίζεται...Τη νύχτα μόνο…τα μαύρα μαλλιά της λιτά στους ώμους της, ακουμπούν στα ασημένια της νερά, κι αυτή ανταριάζει κι ανασταίνεται…το βλέμμα της τρελό και ξένο, σαν άγριο άλογο τα πόδια της καλπάζουν στις όχθες και σύννεφο τα φύλλα σηκώνονται…κάποιος κάποτε είπε ότι είναι η Κυρά της Λίμνης…αυτή που με μία ματιά της τα νερά της αλλάζουν, σηκώνονται, φουσκώνουν και κύματα ψηλά γίνονται…ένας αρχαίος θρύλος δέσμια στα βαθειά την κρατάει…το βασίλειό της εκεί έφτιαξε και έδιωξε από κοντά της κάθε ζωντανό και αθώο πλάσμα…

Ποια είναι όμως αυτή η σκιά που στα βάθη κρύβεται; Ποια είναι αυτή η σκιά που μόνο στου φεγγαριού τη λάμψη ισχνή σιλουέτα πλανιέται; Η κυρά της Λίμνης…κάποιος την είδε μία φορά με τα στοιχειά της φύσης να μιλά, να παρακαλάει να τη σώσουν...κάποιος την είδε ένα μαύρο άτι να καβαλά και στο δάσος να απομακρύνεται σαν αερικό που σαν καπνός στριφογυρίζει και χάνεται…άλλοι πάλι λένε ότι την είδαν να χορεύει έναν χορό αρχέγονο και λόγια ακατάληπτα να λέει που κανένας να καταλάβει δεν μπόρεσε.

Τι ζητά; Γιατί τα μαύρα πέπλα της απελπισμένα σέρνει στις όχθες και αυτά βαραίνοντας στα βάθη της λίμνης την τραβούν; Μία αγάπη, μία ζωή, μια υπόσχεση, μία μάχη…Ο θρύλος λέει πως στη λίμνη κατοικούσε πριν φάντασμα γενεί και μία αγάπη τη στοίχειωσε…Εκεί στην όχθη για μιαν άλλη την άφησε, και πάνω σε μαύρο άτι απομακρύνθηκε και στο δάσος χάθηκε… και εκείνη στάθηκε εκεί, να τον κοιτάζει ώσπου τα βήματα του αλόγου ηχώ γενήκαν και από οπλές, σφυριά, που στο μυαλό της χτυπούσαν ώσπου τρελάθηκε…τη μορφή του στα νερά της λίμνης αντίκρισε…προς αυτήν κατευθύνθηκε για να τον πιάσει, να τον φιλήσει, να μην τον αφήσει…προς τη μορφή του κατευθύνθηκε, να τον κρατήσει, έστω για μία φορά τελευταία, τα χείλη του στα δικά της να νιώσει, την ανάσα του με τη δική της να ενώσει…μάταια…όσο εκείνη προχωρούσε, τόσο η μορφή του διάφανη στα νερά και με το φως του φεγγαριού γινόταν… μα εκείνη δεν σταμάτησε, μέσα τους προχώρησε ώσπου της λίμνης τα νερά τείχη υψώθηκαν και σαν σε φυλακή μέσα τους την απόθεσαν…

Από τότε εκείνη στο φως του φεγγαριού μόνο φαίνεται…Τα μαύρα πέπλα της σαν αλυσίδες πίσω της σέρνει, στα μάτια της φωτιά και οργή…Τα βάθη το σπιτικό της, τα πλάσματα της λίμνης μόνο τη γνωρίζουν και δεν φοβούνται…και εκεί που η καρδιά της ζεστή έκαιγε…τα νερά τη φωτιά έσβησαν και στη θέση τους ένα κομμάτι κάρβουνο απομένει…

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Τρικυμία















Συναντήσεις στ'ανοιχτά αλλά απάγκιο σε λιμάνι ουδέν!

Παλεύω με τα κύματα...

Άλλοτε τα νικώ με τη δύναμη της πίστης...
Άλλοτε με νικούν με την αδυναμία της ψυχής...

Ανοίγω τα λευκά μου πανιά και ταξιδεύω σε φουρτούνα...
Η θάλασσα απρόβλεπτη με καλεί στην αγκαλιά της...

Μερικές φορές με αγκαλιάζει τρυφερά,
ακούμπά στα ύφαλά μου, χαϊδεύοντάς με,
άλλες φορές παίζει λικνιστικά με το σκαρί μου,
και άλλες με χτυπά με λύσσα...

Σκίζει τα πανιά μου, πληγώνει τις πλευρές μου
και σπάει το πηδάλιό μου...

Και τότε αφήνομαι έρμαιο στα χέρια της...

Τότε με καταπίνει και πια στο λιμανάκι μου δεν θέλω να γυρίσω...

Θέλω να την παλέψω μέχρι την τελευταία μου ικμάδα!

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
















Παραπαίω...

Ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό...

Ανάμεσα στο απτό και το άπιαστο...

Που να σταθώ; Καταφύγι να βρω;

Πως να ζω; Στο μυαλό ή στα πόδια;

Στην ψυχή ή στα χέρια;

Δύσκολη η μεταπήδηση, δύσκολος ο συνδιασμός...

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Ο ερχομός των Χριστουγέννων


























Ο ερχομός των Χριστουγέννων Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης, ανεβοκατεβαίνοντας σε μέσα μαζικής μεταφοράς, κοιτάζοντας τους ανθρώπους στα μάτια, στα χέρια και παρατηρώντας την έκφρασή τους τη σημερινή μέρα, μπορεί να αλλάξει τη ματιά σου που βλέπεις τα πράγματα…

 

Παραμονή Χριστουγέννων και για όλους η σημερινή μέρα κάτι σηματοδοτεί… για τους θρησκόληπτους την έλευση της ελπίδας στη γη…για τους κυνικούς μία δύο μέρες καθισιό και ραχάτι…για όσους έχουν οικογένεια μέρες και ώρες που θα περάσουν με τους αγαπημένους τους…για τους στρατευμένους δύο μέρες άδεια – αν είναι τυχεροί και δεν έχουν φάει καμία «καμπάνα»…για τους γιατρούς εφημερίες…για τα γκαρσόνια κούραση…και ούτω καθεξής… Όλες τις προηγούμενες μέρες, οι άνθρωποι κινούνται σε φρενήρεις ρυθμούς…τρέχουν να προλάβουν και δεν προλαβαίνουν, τίποτα δεν είναι στη θέση του και τίποτα δεν γίνεται σωστά…κι όμως…αρκεί να φτάσει η παραμονή των Χριστουγέννων…

Σήμερα η διάθεση των ανθρώπων αλλάζει…γίνεται ανάλαφρη, ζωηρή, οι ευχές και τα κάλαντα που αλλάζουν από στόμα σε στόμα γίνονται ποτάμι και παρασέρνουν στο διάβα τους κάθε άρνηση και κακία…Χαμόγελα ανθίζουν στα στόματα, οι πόρτες ανοίγουν στα παιδιά που αγόγγυστα ανεβαίνουν σκαλιά κρατώντας στα χέρια τους τα τρίγωνα που τόνο θα τους δώσουν για να τραγουδήσουν τα κάλαντα…κα οι πόρτες ανοίγουν και οι άνθρωποι παίρνουν το χαρμόσυνο μήνυμα των παιδιών…


Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης, περπατώντας σε γειτονιές και δρόμους οικείους, που σήμερα είναι στολισμένοι – σαν να έχουν «βάλει τα καλά τους» - αναθαρρώ και αισιοδοξώ. Από τα μπαλκόνια χιλιάδες φωτάκια κρέμονται σαν ώριμα τσαμπιά σταφύλια, και οι βιτρίνες στολισμένες και γιορτινές φέρνουν στο νου μου αλλοτινές εποχές, σε χρόνια περασμένα που παιδί και εγώ λαχταρούσα τα καλούδια που έκρυβαν πίσω τους… Και δέντρα και φωτάκια και μπαλόνια και κούκλες και αυτοκινητάκια και Lego και playmobil σπαρμένα στο πάτωμα, θησαυροί που καλά κρυμμένους τους κρατούσαν για μένα μέχρι τη σημερινή μέρα…


Στα καφέ οι άνθρωποι συζητούν δυνατά…πίνουν, φωνάζουν, γελούν τραγουδούν, στα κεφάλια τους σκουφιά Αι – Βασιλιάτικα… όμως αυτό που φωτίζει περισσότερο είναι τα πρόσωπά τους…Μυρωδιές από κρασιά, κρεμμυδόσουπα, πούρα, τυράκια που λιώνουν σαν τα αναμμένα στα μανουάλια κεριά, σκορπούν μία ζεστασιά που όμοιά της μόνο στην αγκαλιά των αγαπημένων σου μπορείς να βρεις…ζεστές ματιές, ζεστές αγκαλιές…θαλπωρή και αγαλλίαση…μουσικές λογιών – λογιών που το νου σου ταξιδεύουν ή τα πόδια σου γυρεύουν για να τα κάνουν να κινηθούν στους ρυθμούς τους…όπως και να έχει και αυτές γιορτινές ακούγονται, σαν τα καμπανάκια από το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη!
Φίλοι αγαπημένοι να σου εύχονται, από καρδιάς, αλλά και ξένοι που ποτέ πριν δεν γνώριζες να χαμογελούν και να συναινούν με τη χαρά σου.

Φίλοι αγαπημένοι που αγγίζουν τα χέρια σου και ακουμπούν την καρδιά σου, που ξέρεις ότι όσο μακριά και αν βρίσκονται πάντα κοντά σου είναι… Όλους τους βλέπεις αλλιώτικα σήμερα…όλοι φαίνονται διαφορετικοί…η αγάπη ανοίγει τις καρδιές μας και γεμίζει τη σκέψη μας με φως και αισιοδοξία.


Ουτοπικό να θέλουμε να κρατήσει, ικανοποίηση και πληρότητα να το ζούμε έστω και για μία μέρα…αυτή της Παραμονής των Χριστουγέννων…

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Η Ελευθερία της απλότητας



Τον τελευταίο καιρό ανακαλύπτω ξανά την ελευθερία της απλότητας... ανακαλύπτω αυτό που οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εννοούσαν με τη φράση «ουκ εν τω πολλώ το ευ» και αυτό που σε άπταιστη αγγλική λέγεται «less is more»...



Αν αναλογιστούμε πόσα πράγματα στοιβάζουμε καθημερινά στο σπίτι, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο, στις ντουλάπες, στο ψυγείο αλλά και στο μυαλό μας, θα τρομάζαμε με το χρόνο και το χρήμα που απαιτείται για να αγοράσουμε, να αποθηκεύσουμε και να συντηρήσουμε όλα αυτά τα «αναγκαία» πράγματα, κατά την τρέχουσα άποψη μας.



Πόσες φορές δεν έχουμε «ξεθάψει» αντικείμενα που μάταια προσπαθούμε να θυμηθούμε γιατί τα αγοράσαμε και που στο καλό μας χρησίμευσαν ή τα χρησιμοποιήσαμε. Δεκάδες μικροαντικείμενα, διακοσμητικά, ενθύμια που μαζεύουν σκόνη στα συρτάρια μας και που δεν πρόκειται να δουν ποτέ το φως της μέρας γιατί μετά την πρώτη χρήση τους αποθηκεύτηκαν για να μην ξαναχρησιμοποιηθούν ποτέ. Ρούχα, παπούτσια που εκείνη τη στιγμή μας φάνηκαν «συμφέρουσα αγορά» που φορέθηκαν μία – δύο φορές και μετά «ανεβοκατεβαίνουν» με την αλλαγή των εποχών σαν σημαίες σε έπαρση και υποστολή. Τα ψυγεία μας πολλές φορές φιλοξενούν την καλύτερη φίλη του Παστέρ, αφού μετά από τις επιδρομές με τα υπερφορτωμένα καροτσάκια στα σούπερ μάρκετ, τρόφιμα στοιβάζονται στα ράφια τους και παραμένουν εκεί μέχρις ότου κάποιος αντιληφθεί την αλλοίωση ή τη σήψη και φιλοτιμηθεί να τα ξεφορτωθεί.



Και μετά έρχονται όλες οι άλλες ευγενείς εκφράσεις της πολύπλοκης ζωής που καλούμαστε να ζήσουμε. Αλλάζουμε τα αυτοκίνητά μας όχι όταν παλιώσουν αλλά όταν αλλάξει το μοντέλο γιατί το δικό μας δεν έχει την απαραίτητη τελευταία τεχνολογία – πως άλλωστε να παρκάρεις αν δεν έχεις αισθητήρα για το παρκάρισμα, ή πως να ταξιδέψεις χωρίς φιμέ τζάμια, μα να σε χτυπάει ο ήλιος στο πρόσωπο;! – ή γιατί μεγάλωσε η οικογένειά μας – λες και ένα μωρό καταλαμβάνει τόσο πολύ χώρο ώστε για να πας από την Κηφισιά στον Πειραιά πρέπει να έχεις SUV – αλλάζουμε τα κινητά μας γιατί η κάμερα στο τηλέφωνο είναι μόνο 5 megapixel ενώ το τελευταίο μοντέλο έχει 8 – ενώ μπορεί να έχεις ήδη μία digital camera με 10 megapixel στο συρτάρι του κομοδίνου σου, αλλά αυτή είναι μόνο για τα ταξίδια (που δεν πηγαίνεις γιατί δεν έχεις χρόνο...) και ούτω καθ’ εξής.



Προσπαθούμε να πάμε διακοπές και φορτώνουμε βαλίτσες λες και μετακομίζουμε για μεταπτυχιακό στην Αγγλία – μα αν χρειαστώ και αυτό το φουτεράκι, μα να μην έχω και εκείνο το σορτσάκι, και αν βγούμε το βράδυ να μην έχω ένα ζευγάρι καλά παπούτσια – αυτό το τελευταίο απευθύνεται σε εμάς τις γυναίκες...το γνώθι σ’ αυτόν είναι μεγάλη υπόθεση.



Ανακαλύψαμε τα πολυκαταστήματα παιχνιδιών και βομβαρδίζουμε τα παιδιά μας με πλαστικά κακής ποιότητας παιχνίδια που στο τέλος δεν έχουν καμία αξία αφού έχουν καμία 100αριά από αυτά, τα βαριούνται και καταλήγουν να αποζητούν – μάταια μερικές φορές – τη στοργική και παιχνιδιάρικη αγκαλιά των γονιών, που φυσικά είναι πολύ απασχολημένοι με την σημαντική εργασία τους για να τους τη δώσουν.




Όλα τα παραπάνω με κάνουν να σκέφτομαι...πόσο «δύσκολα» μεγαλώσαμε εμείς; Πόσο «δύσκολη» ήταν η ζωή για τη γενιά του ’70 και του ’80, που δεν είχαμε τόσα πράγματα για να διαλέξουμε; Πόσο πιο απλά δεν ήταν για μας τα πράγματα όταν ξεκινούσαμε με την οικογένειά μας στο 1200cc αυτοκίνητο μας για τις καλοκαιρινές διακοπές που τις περνούσαμε με τα μαγιώ μας στην παραλία, παίζοντας ατέλειωτες ώρες με ένα κουβαδάκι και ένα φτιαράκι, χωρίς τα χίλια τζάντζαλα – μάντζαλα που κουβαλούν οι σημερινοί γονείς – εξού και χρειάζεται το SUV γιατί πως αλλιώς θα μεταφέρεις το αυτοκινητάκι με τη μπαταρία του μικρού σου;! Είναι τόσο απαραίτητο άλλωστε το παιδί στις διακοπές να οδηγεί αυτοκίνητο!



Πόσο πιο απλά δεν ήταν τα πράγματα όταν η καλοκαιρινή μας παρέα ήταν ένα εξωσχολικό βιβίο που είχε λιώσει στα χέρια μας, η παλιοπαρέα που συναντούσαμε μόνο τα καλοκαίρια, το τάβλι, το walkman και το ποδήλατο.



Πόσο πιο όμορφοι δεν ήταν οι γονείς μας που έφτιαχναν μία βαλίτσα και για τους δύο, χωρίς να κουβαλούν μαζί τους ζώνες με σινιέ εγκράφες και ψηλοτάκουνες γόβες, αλλά χρωματιστά και ανάλαφρα ρούχα που τους έκαναν να φαντάζουν κούκλοι στα μάτια μας και εμείς κρυφά τους καμαρώναμε.



Πόσο πιο ευτυχισμένοι δεν είμασταν εμείς ως παιδιά που τριγυρνούσαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ με τα μαγιώ και την αλμύρα της θάλασσας στα μαλλιά και στα χείλη μας, χωρίς να νοιαζόμαστε αν θα χαλάσουμε τα πολύτιμα σινιέ συνολάκια μας που με μαθηματική ακρίβεια του χρόνου δεν θα μας έκαναν.



Τότε είχαμε λιγότερα πράγματα να φροντίζουμε, λιγότερα πράγματα – εμπόδια να μας τρώνε πολύτιμο χρόνο, είχαμε λιγότερα πράγματα στο μυαλό μας...και αυτό μας έδινε την πολυτέλεια να σκεφτόμαστε και να ζούμε περισσότερο, να απολαμβάνουμε με απλό τρόπο τα σημαντικά και να μην αναλωνόμαστε σε μικροπράγματα...



Η ελευθερία της απλότητας μπορεί να γίνει επιλογή μας. Αν σταματήσουμε να δημιουργούμε στο μυαλό μας επίπλαστες ανάγκες που μεταφράζονται σε αποθήκευση άχρηστων αντικειμένων, θα γίνουν πιο ανάλαφρα τα σπίτια μας, θα γίνει πιο ανάλαφρη η σκέψη μας και η ματιά μας.



Και ίσως τότε να μας μείνει χρόνος για τα σημαντικά...


(Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στην Ιθάκη από την αδελφή μου πέρυσι το καλοκαίρι)

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Πόσο μακριά;


Πόσο πιο μακριά; Πόσο θα απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλον;

Αλήθεια, τι φέρνει τους ανθρώπους κοντά; Μία ανάγκη; Ένα πάθος; Μία δύναμη; Αλλά πολύ περισσότερο, τι είναι αυτό που τους κρατάει μακριά;

«Είναι δύσκολα τα πράγματα»… αυτό ακούω συνεχώς και αδιαλείπτως…

Άραγε είναι δύσκολα τα πράγματα ή έγιναν δύσκολοι οι άνθρωποι;

Συναντώ πολλούς ανθρώπους, έχω αυτό το προνόμιο, να μαζεύω γύρω μου ανθρώπους… δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό…λειτουργώ σαν μαγνήτης…μαζεύονται γύρω μου άνθρωποι που με έχουν ανάγκη…αλλά πολύ περισσότερο που εγώ τους έχω ανάγκη…να τους ακούω, να τους αγγίζω, να παίρνω ενέργεια από αυτούς και εκείνοι από εμένα… είναι απίστευτο πως μερικές φορές εκεί που θα σκεφτώ κάποιον θα εμφανιστεί ως δια μαγείας… τηλεπάθεια; Σύμπτωση;… Προτιμώ το πρώτο… Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι έρχονται κοντά μου… και έχουν τόσα να πουν…δουλειές, ζόρια, αφραγκιές, επιτυχίες, αποτυχίες, ζόρια…αλλά πάνω από όλα, αυτό που ακούω περισσότερο από όλα είναι το, «πόσο μακριά;»

Κάποτε στο σχολείο μας είχαν βάλει να γράψουμε μία έκθεση με το εξής θέμα: «Ποτέ οι στέγες των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά και οι καρδιές τους τόσο μακριά»…από τότε υπήρχε αυτό… μόνο που τότε το συνέδεα με την κοινωνική αποξένωση… τώρα – όσο ποτέ άλλοτε – το συνδέω με την συναισθηματική…

Τι συμβαίνει; Πως συνέβη; Πότε συνέβη;…άγνωστο… Βιώνω το εφήμερο… το «εύκολο»… και μόλις τα πράγματα «δυσκολέψουν», μόλις πλησιάσω αρκετά… φυγή… απόσταση… απομάκρυνση…

Βιώνω το εφήμερο… Σαν όλα αυτά τα «αστεράκια» του σύγχρονου ελληνικού πενταγράμμου…ένα σουξεδάκι και πάμε για άλλον… που είναι η πολλά υποσχόμενη Καλομοίρα;…

Οι σχέσεις μας έχουν καταντήσει σαν την Καλομοίρα… Έκρηξη, ενθουσιασμός και πίσω από αυτό… κενό… «το κοντέρ μου μηδενίζω, τη ζωή μου ξαναρχίζω» όπως λέει και ένας στίχος της Αρβανιτάκη… για πόσο; Και πάνω από όλα…γιατί;

Γιατί κανείς δεν προσπαθεί; Γιατί κανείς δεν έχει τη δύναμη να πολεμήσει για την αγάπη, για τον έρωτα; Γιατί όλα πρέπει να είναι «χαλαρά»;... Είχα την εντύπωση πως το «χαλαρά» θα πρέπει να έρθει στο τέλος… στην αρχή θα πρέπει να υπάρχει πάθος, δύναμη, ζωή, θέληση… όχι χαλαρότητα… Χαλαρώνεις όταν γνωρίσεις κάτι καλά, όταν ξέρεις σχεδόν όλες τις πτυχές του… τότε χαλαρώνεις… τότε μπορείς να πεις… «ναι, τώρα μπορώ να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να απολαύσω…»… όχι στην αρχή… γιατί αν είσαι «χαλαρά» από την αρχή, ποτέ δεν θα γνωρίσεις…φαντάσου να πρέπει να ήσουν χαλαρός όταν μελετούσες για τις εισαγωγικές ή για τις πτυχιακές σου…φαντάσου να ήσουν χαλαρός στην πρώτη σου δουλειά…εκεί που πρέπει να αποδείξεις τον εαυτό σου…

Εκτός και αν δεν έχεις κάτι να δώσεις… κάτι να παρουσιάσεις… τότε ναι, πρέπει να είσαι χαλαρά… για να μην έχει και ο άλλος πολλές απαιτήσεις από εσένα… έτσι μάλιστα…

Έμαθα πάντα να πολεμάω… έμαθα πάντα να προσπαθώ σκληρά για αυτό που ήθελα… μόνο τότε μπορούσα να γευθώ την γλύκα της νίκης, της επιτυχίας… Και είναι τόσο ωραία αυτή η γεύση… σε γεμίζει, σε απογειώνει! Με τον ίδιο τρόπο πολεμάω και για την αγάπη… αλλά μέχρι τώρα, ως επί το πλείστον, βρίσκω μόνο «χαλαρούς», παραδομένους στο μέτριο ανθρώπους… Δεν τους κακίζω… απλά τους λυπάμαι… Τους λυπάμαι γιατί δεν θα νιώσουν ποτέ την ευτυχία, την πληρότητα, το δόσιμο… δεν θα αγγίξει ποτέ κανείς την ψυχή τους… δεν θα αφήσουν ποτέ κανένα να το κάνει…

Ας πλησιάσουμε λοιπόν, όχι μόνο τις στέγες μας αλλά πάνω από όλα τις καρδιές μας… Ας ακουμπήσει ο ένας τον άλλον, όχι μόνο με τα χέρια μας αλλά με την ψυχή μας… ας γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον, όχι μόνο στη μορφή αλλά σε όλο μας το είναι…

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Σύννεφα...


Ένας απέραντος ωκεανός από άσπρο... και πιο πάνω γαλάζιο... και πάλι λευκό και πάλι μπλε... ένα συνεχές μπλέξιμο, ένα ασύγκριτο δέσιμο... σαν καταρράκτες ξεχύνονται τα σύννεφα, άλλοτε κυνηγιούνται, άλλοτε στέκονται... μακριά στον ορίζοντα σχηματίζονται βουνά, ολόκληρες οροσειρές τις οποίες δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις για να τις κατακτήσεις, βρίσκεσαι κιόλας στην κορυφή... μία εκπληκτική συνύπαρξη... ακόμα και αυτό το φεγγάρι βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το νεογέννητο φως του ήλιου...και συνεχίζουν... λες και μια μικρή νεράιδα διασκεδάζει σκορπίζοντας αραχνοΰφαντα υφαντά στον ουρανό.

Έτσι ταξιδεύει το λευκό της αγνότητας... αλλού βλέπεις μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, λες και ο Ποσειδώνας βαρέθηκε το βυθό της θάλασσας, ανέβηκε στον ουρανό και με την τρίαινα του λες και βάλθηκε να αναταράξει την ηρεμία του ουρανού...

Και να που όλα ξεκαθαρίζουν... σαν μια μαγική αυλαία τα σύννεφα παραμερίζουν και αποκαλύπτουν το μεγαλείο τους... και στη σκηνή εμφανίζονται οι ήρωες... τα βουνά, τα ποτάμια, η θάλασσα... και εσύ από εκεί ψηλά νιώθεις κατακτητής, τόσο δυνατός σαν θεός... Ποιος θα μπορούσε να αδικήσει τους Ολύμπιους Θεούς που κατοικούσαν πάνω από τα σύννεφα;