Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Γιατί τελικά το τρέξιμο δεν είναι μοναχικό άθλημα










Οι δρομείς των μεγάλων αποστάσεων θεωρούνται μοναχικά όντα. Οι Μαραθωνοδρόμοι καλούνται να διανύσουν 42 χιλιόμετρα έχοντας για μοναδική συντροφιά τους, την ανάσα, τον ήχο των βημάτων τους, τη σκέψη τους ή τη μουσική, που τους βοηθά να συγκεντρώνονται ή να αποσπούν το μυαλό τους από τον κάματο.

Αυτή ήταν και δική μου πεποίθηση.

Μέσα από το τρέξιμο, από την συγκέντρωση και την ηρεμία που προσφέρει στο μυαλό μου η κίνηση από τη στιγμή που θα βρω τον ρυθμό μου και ύστερα, είναι για μένα η στιγμή που θα αρχίσω την σιωπηρή συνομιλία με τον εαυτό μου. Είναι η στιγμή που θα ανασύρω τα προβλήματα μου και θα ψάξω να βρω λύσεις. Είναι η στιγμή που θα αφουγκραστώ την εσωτερική φωνή μου.

Στον 1ο μου Ημιμαραθώνιο πίστεψα ότι τα πράγματα δεν θα ήταν διαφορετικά. Πρώτη απόπειρα να ξεπεράσω τα 20 χιλιόμετρα και όσο δισταγμό και φόβο είχα άλλη τόση χαρά και προσμονή για να δω τι και αν θα τα καταφέρω.

Ο 5ος Αχίλλειος Δρόμος που διεξάγεται από τον Δήμο Αχιλλείων στην Κέρκυρα ήταν η δική μου ευκαιρία. Και η χαρά μου μεγάλη, γιατί η Κέρκυρα αποτελεί για μένα τόπο – σταθμό. Αγαπημένος καλοκαιρινός προορισμός, τόσο που πια να γνωρίζω ανθρώπους και να έχω αποκτήσει στέκια. Οι Μπενίτσες όπου θα τερματίζαμε τον αγώνα, ήταν το πρώτο μέρος που έμεινα στην Κέρκυρα, όταν πρωτοπάτησα το νησί στα 15 μου χρόνια.

Το πρωί της Κυριακής της 23ης Μαΐου στάθηκα στην Αφετηρία που είχε στηθεί στο χωριό Κυνοπιάστες με ανάμεικτα συναισθήματα…ενθουσιασμό, αγωνία, φόβο. Ο αφέτης δεν άργησε να δώσει το σύνθημα και ένα πολύχρωμο αλλά και πολύγλωσσο πλήθος – αφού στον αγώνα πήραν μέρος περί τους 60 Ιταλούς δρομείς αλλά και μία Αμερικανίδα που ήρθε από το Detroit για να τρέξει στην Κέρκυρα – όρμησε σχεδόν για να «καταλάβει» την 1η ανηφόρα που δεν άργησε καθόλου να κάνει την εμφάνισή της.

Η διαδρομή, δύσκολη, με ανηφόρες – φουρκέτες αλλά η ομορφιά του κατάφυτου τοπίου, η δροσιά από τα δέντρα και τα καλοσυνάτα χαμόγελα των χωρικών από τα χωριά που περνάγαμε, ήταν αρκετά για να αποσπάσουν το μυαλό από τη δυσκολία. «Κοίτα να δεις», σκέφτηκα, «παρεούλα!».

Η αλήθεια είναι ότι στάθηκα τυχερή. Οι φίλοι δρομείς που ταξίδεψα μαζί τους και που βρήκα στο νησί ήταν συνέχεια κοντά μου. Δεν χρειαζόταν να είναι συνέχεια εκεί με τη φυσική τους παρουσία. Τον περισσότερο καιρό βρίσκονταν δίπλα μου με τη σκέψη. «Τι ώρα είναι;», «Τώρα!», απαντούσα στον φίλο μου το Γιώργο, παραθέτοντας τη γνώση μας από κάποιο βιβλίο. «Θα γυρίσω να σε τραβήξω όταν τερματίσω», αντηχούσε στ’ αυτιά μου η υπόσχεση της Άντζυς ότι θα είναι μαζί μου στα τελευταία μέτρα. «Youll be fine, you can sure run a half marathon» με διαβεβαίωνε η Denise, «Να είσαι δυνατή αδελφούλα» μου είπε ο νεοαποκτηθείς δρομικός αδελφός μου Νίκος. Και άλλος ένας Νίκος, που με ακολούθησε κατά πόδας και στα 21 χιλιόμετρα. Και δεν με άφησε στιγμή από τη έννοια του. Και δύο φορές που ένιωσα αδύναμη αρκούσε απλά να απλώσω το χέρι μου και να κάνω μαζί του χέρι με χέρι λίγα βήματα. Και μετά πάλι μόνη…μα ήμουν μόνη;

Στη διαδρομή έρχονταν κοντά μου, στη σκέψη μου άνθρωποι που με ενέπνευσαν, που μου έδωσαν μαθήματα με τη δύναμη, το θάρρος και τη μεγαλοψυχία τους, όχι μόνο δρομικά αλλά και στη ζωή γενικότερα. Παρεούλα τους είχα. Παρεούλα είχα και τη Debbie που το 1980 τρέχοντας την Κλασσική στην Αθήνα, φύτεψε το σπόρο του τρεξίματος μέσα μου. Κοντά μου και δικοί μου άνθρωποι, που πάλεψαν και αυτοί και βγήκαν νικητές. Πόσους είχα κοντά μου αλήθεια! Και μερικούς που «συνταξιδεύαμε» στα 21 αυτά χιλιόμετρα…ένα αγόρι που πήγαινε για ώρα μπροστά μου και που κάποια στιγμή ένιωσα δυνατή να τον περάσω. Δίστασα όμως, το έβλεπα σαν ύβρη, σαν αλαζονεία. Όμως δεν μπορούσα να μείνω πίσω και τον περνάω, και την ώρα που προσπερνώ, απλώνω το χέρι μου και περιμένω να μου το χτυπήσει, να μου δώσει το ΟΚ. Και μου το χτυπάει! Ήταν σαν να’λεγε, «φύγε»!

Τα τελευταία χιλιόμετρα δίπλα στη θάλασσα, με τον ήλιο να λαμποκοπά πάνω από το κεφάλι μου ήταν πραγματικά μαγικά. Και να! Μπροστά διακρίνω την Άντζυ με τον Γιώργο να έρχονται…και ενσωματώνονται στην παρεούλα των δύο που πήγαν μαζί για 19 περίπου χιλιόμετρα…και γινόμαστε τέσσερις…και πάμε. Λίγο πριν τον τερματισμό ο Γιώργος με σπρώχνει, «φύγε, να τερματίσεις δυνατά»…και τον άκουσα, και έφυγα, και τερμάτισα με το όνομα μου να αντηχεί στ’ αυτιά μου από τα μεγάφωνα σαν όνειρο. Σάστισα…αλλά για λίγο…γιατί εκεί μπροστά ήταν δύο χέρια ανοιχτά για να με αγκαλιάσουν και να με συγχαρούν σε μία ξένη γλώσσα, της γυναίκας που διέσχισε έναν ωκεανό για να τρέξει μαζί μας.

Σαστιμάρα αλλά και ικανοποίηση…πόσα χαμόγελα, πόσες φωνές χαράς και συγχαρητηρίων. «Τα κατάφερα», σκέφτηκα, αλλά όχι μόνο για τα 21, αλλά και για την τόση αγάπη και αποδοχή που εισέπραξα από γνωστούς και αγνώστους, που με πέρασαν που τους προσπέρασα, που ταξιδέψαμε μαζί στους δρόμους των Φαιάκων.

Και έτσι, εκεί, ανάμεσα σε αγαπημένους φίλους και συναθλητές, έβγαλα τούτο το συμπέρασμα.

Τελικά, το τρέξιμο ΔΕΝ είναι μοναχικό άθλημα! 

(Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Πειραιά στις 30 Μαϊου 2010) 






Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Όταν ο αγώνας της ζωής κίνησε τα πόδια μου



















Ο κάθε αγώνας είναι διαφορετικός.

Το κάθε μέρος, η κάθε διοργάνωση, έχουν μία διαφορετική συμβολική σημασία.

Έτσι και ο 1ος Πολυεθνικός Ημιμαραθώνιος που διεξήχθη στο Τροκαντερό την Κυριακή στις 2 Μαϊου είχε για μένα μία ξεχωριστή σημασία.

Το μέρος είναι εκεί που για μένα άρχισαν όλα. Ο στίβος του Παλαιού Φαλήρου, στον οποίο πριν από 4 χρόνια ένα βράδυ του Μαρτίου μπήκα δειλά και έτρεξα για ώρα πολύ, έχοντας πολλά φορτωμένα στο μυαλό μου.

Ο αγώνας της Κυριακής προμηνυόταν εξαιρετικός. Η μέρα καθαρή, μαγιάτικη, ο ουρανός καθαρός, η ατμόσφαιρα ζεστή. «Καλοκαίρι», σκέφτηκα. Οι φίλοι όλοι εκεί, με τις πολύχρωμες εμφανίσεις τους, άλλοι με τις μπαντάνες στο κεφάλι τους, άλλοι με τα γούρια τους στα χέρια τους αλλά όλοι με χαμόγελα και ανυπομονησία για έναν αγώνα δίπλα στη θάλασσα!

Και εγώ, μετά από μία αποχή λόγω αναπνευστικού προβλήματος, έτοιμη να τεστάρω την αντοχή μου αλλά και την ψυχή μου. Η συμμετοχή μου γνωστή, Σκυταλοδρομία Ημιμαραθωνίου, μαζί με την δεύτερη κοπέλα της τετράδας των Γρήγορων Χελώνων. Ωραία σκέψη η σκυταλοδρομία, κάνει το μοναχικό χαρακτηριστικό του δρομέα πιο ελαφρύ. Κάποιος σε περιμένει να σε «αλλάξει»!

Η εκκίνηση δόθηκε γύρω στις 9 και με μεγάλη χαρά που θα έτρεχα στο «σπίτι» μου, ξεκίνησα μέσα στο πλήθος, ενώ από παντού άκουγα «καλή επιτυχία», «να προσέχεις, μην πας γρήγορα, ακόμα αναρρώνεις», αλλά και εγώ η ίδια να εύχομαι, να παροτρύνω, να ενθαρρύνω τους άλλους.

Η διαδρομή γνωστή, το μέρος οικείο και ξεκινώντας καλά, με τη γνωστή μου φόρα, πηγαίνω γρήγορα. Και νιώθω καλά, και συνεχίζω να πηγαίνω γρήγορα. Η ανάσα μου δεν με εμποδίζει σημαντικά αλλά μετά το πέμπτο χιλιόμετρο, η ζέστη με καταβάλει σιγά – σιγά, η ανάσα μου δύσκολα βγαίνει και τα πόδια μου βαραίνουν. Αρχίζω σιγά – σιγά να επιβραδύνω και για πρώτη φορά «το ένα πόδι μπροστά από το άλλο» φαίνεται δύσκολο.

Και εκεί είναι που αρχίζει το μυαλό να παίζει παιχνίδια. Να σταματήσω; Να περπατήσω; Πάλη ανάμεσα στην ψυχή που κινεί τα πόδια και στο μυαλό που ζητά υπακοή στην λογική.

Τη στιγμή εκείνη, μία σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου. Ήταν το όνειρο που είχα δει το προηγούμενο βράδυ. Μία φίλη, αγαπημένη συμφοιτήτρια, σύντροφος στις ανά τα χρόνια αθλοπαιδιές, που εντελώς ξαφνικά πριν από κάποιους μήνες ούσα έγκυος νόσησε από καρκίνο του μαστού. Και δίνει μάχη. Και γεννάει και ξεκινάει θεραπεία. Και είναι καλά. Και το προηγούμενο βράδυ ήρθε κοντά μου, στον ύπνο μου, με την ίδια δύναμη και την ίδια σπιρτάδα στο βλέμμα. Ήταν καλά!

Εκείνη τη στιγμή περνάω από μία νοητή ευθεία που θα ένωνε το σημείο που βρισκόμουν με το σπίτι της. Και ξέρω ότι είναι εκεί. Με το παιδάκι που ήρθε στη ζωή πρόωρα για να σωθεί η μαμά. Με τον άντρα της που πριν δύο χρόνια σχεδόν, χορεύαμε, αγκαλιαζόμασταν και κάναμε σχέδια τη μέρα του γάμου τους σε κάποιο Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου δεν υπήρχε πια. Εκείνη τη στιγμή ο αγώνας για τη ζωή της φίλης μου έγινε ο δικός μου αγώνας που κινούσε τα πόδια μου. Η σκέψη της δεν έφυγε από το μυαλό μου, τα μάτια της και η δύναμή της καρφωμένα μπροστά μου, στο δρόμο, στη θάλασσα που συνάντησα στα δεξιά μου, στα πανιά των ιστιοπλοϊκών που ανοίγονταν για ταξίδι. Η σκέψη μου απλά γέμισε από εκείνην. Και δεν πονούσα πια. Και πια δεν ήθελα να περπατήσω ή να σταματήσω. Ήθελα απλά να τερματίσω.

Και τερμάτισα. Για εκείνη. 


(Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Πειραιά στις 4 Μαϊου 2010)





Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Υγιή Συναισθήματα














Θυμός, οργή, λύπη...

Πόσο παρεξηγημένες είναι μερικές λέξεις, πόσο παρεξηγημένα είναι μερικά συναισθήματα. Αν το καλοσκεφτείς, πόσο ελεύθερος είσαι να τα νίωσεις και το σπουδαιότερο, να τα εκφράσεις;

Θυμός. Πόσο σου επιτρέπεται να θυμώσεις; Πόσες φορές δεν έγινες αντικείμενο δυσμενούς κριτικής επειδή "έχασες την ψυχραιμία" σου; 

Οργή. Άραγε πόσες φορές τα βλέμματα στο δρόμο δεν γύρισαν κοιτώντας σε επικριτικά επειδή έγινες "ταύρος εν υαλοπωλείο". Πόσα βλέμματα δεν σε κεραυνοβόλησαν επειδή φώναζες αγανακτησμένος σε κάποιο σοκάκι, πόσα δάχτυλα δεν βρέθηκαν στο ύψος του στόματος, προτρέποντάς σε να σωπάσεις;


Λύπη. Απαγορεύεται να είσαι λυπημένος. Απαγορεύεται να έχεις τις μαύρες σου. Απαγορεύεται να κλαις, να ξεσπάς. 


Να ξεσπάς...να βγάζεις από μέσα σου το πύον, να σπας το απόστημα...


Άραγε γιατί τα συναισθήματα αυτά δεν είναι αποδεκτά; Τι είναι αυτό που ωθεί τους ανθρώπους να θέλουν να σε βλέπουν πάντα χαρούμενο σαν να είσαι εθισμένος στο Prozac;


Νομίζω πως τελικά, τους βολεύει να παραμένεις απαθής και σιωπηλός...αλλιώς τους ξεβολεύεις, τους χαλάς την ησυχία τους, τη γαλήνη τους. Χωρίς τις εκρήξεις σου όλα θα ήταν "εντάξει", τίποτα δεν θα άλλαζε και οι άλλοι θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι, πως τίποτα δεν θα χαλάσει την αιώνια ηρεμία τους, την ασπρόμαυρη ζωή τους...


Καμιά φορά όμως χρειάζεται να βάζεις και λίγο χρώμα...έστω και αν αυτό είναι το κόκκινο του θυμού και της οργής!




Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Ο Γιος του Φεγγαριού



















Σαν πέσει η νύχτα το φως της ντύνομαι,
μαύρα πέπλα μέσα από τις σκιές η ψυχή μου ανοίγεται,
και κυνηγά το Γιο του Φεγγαριού.

Αέναο κυνηγητό ανάμεσα μας,
Σπρώχνω, τραβώ, διεκδικώ, τσακίζομαι,
Κάνω πίσω, κάνω μπρος, τρέχω με λύσσα να κρυφτώ,
να δειχθώ, την παρουσία μου να κάνω αισθητή!

Που είσαι; Που πας; Που κρύφτηκες;, η φωνή μου αντηχεί,
Αλλά της απαντά μόνο ο δικός της αντίλαλος.
Για άλλη μια φορά θυσία γίνομαι,
Με τα μάτια δεμένα με στέλνουν να συναντήσω τη μοίρα μου.

Να τον αγγίξω προσπαθώ με το μυαλό μου,
και ακόμα και αυτό με ματώνει.
Μη! Μακριά του μείνε, στης νύχτας την ατέλειωτη σιωπή θα σε βυθίσει!
Ποιος φωνάζει; Ποιος μιλά; Ποιος σιωπά;
Κλαδιά, σκιές, φωνές, και εγώ τρέχω σαν άλογο από την ταχύτητα τυφλό.
Πέφτω, σκίζομαι, αλλά σηκώνομαι και με τη δύναμή μου μετριέμαι!

Ω, Ουρανέ, τα χέρια σε σένα υψώνω,
και το ασημένιο πρόσωπό του στα χέρια μου απίθωσε,
να τον φιλήσω, να τον αγγίξω, να δω αληθινός αν είναι.

Όμως αντί για αυτόν, ο ουρανός ανοίγει και μια βροχή εξαγνιστική με χτυπά δυνατά!
Με χτυπά, αλλά εγώ εκεί, με λιώνει και εγώ παλεύω όρθια να μείνω!
Αλλά στο τέλος με νικά, στο έδαφος με ρίχνει,
και η γύμνια της ψυχής μου πιο φανερή και απ’ την αληθινή γίνεται!

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Ιn the deep of the night


In the deep end of the night, 
when the owl seeks and watches, 
where the branches of the trees slowly as a wave move, 
from the air that howls through them...

In the deep end of the night, 
Where the creatures of the night set to life,
where the ghosts of the past slowly awaken,
where the moon hangs from the sky like a melon slice...
In this deep end of the night,
my soul lies and takes life,
and it crawls and hides, 
like an eerie creature of the dark.

Oh please Mother Nature, 
give me strength to bare,
my thoughts and needs,
my yearnings and my faults, 
my rights and my wrongs, 
my step when I fall!



 


Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ο αγώνας που δεν έτρεξα



















Εδώ και ένα χρόνο περίμενα τον αγώνα 20 χιλιομέτρων που διοργανώνει ο Σύλλογος Δρομέων Υγεία Αθηνών. Κάποιος επιπόλαιος τραυματισμός όμως από προηγούμενο αγώνα με κράτησε έξω από κάτι που ήθελα εδώ και πολύ καιρό να κάνω.

«Δεν πειράζει», σκέφτηκα, «θα πάω ούτως ή άλλως, να είμαι κοντά στους υπολοίπους που θα προσπαθούν».

Έτσι, στις 10 το πρωί της Κυριακής βρέθηκα κοντά στους φίλους δρομείς που εδώ και καιρό με στηρίζουν, μου δίνουν χέρι βοηθείας στη δυσκολία μου και με συγχαίρουν στις μικρές νίκες μου. Βρέθηκα κοντά και στους ανθρώπους του Συλλόγου στους κόλπους του οποίου ανήκω εδώ και λίγο καιρό και είναι ωραίο αυτό το συναίσθημα του «ανήκειν» είναι σαν να έχεις μία δεύτερη οικογένεια.

Ο ανοιχτός στίβος του Αγίου Κοσμά φιλοξενούσε για ακόμα μία φορά ένα πολύχρωμο σμαρί από ανθρώπους, που για δικούς του λόγους ο καθείς θέλησαν να αναμετρηθούν για άλλη μία φορά με τον εαυτό τους, με τους υπολοίπους, με τον καιρό, για να τρέξουν μία όμορφη διαδρομή. Άνθρωποι ανυπόμονοι, άνθρωποι χαρούμενοι, άνθρωποι απλοί που τους αρέσει να τρέχουν.

Η εκκίνηση δόθηκε λίγο μετά τις 10:30 και οι δρομείς άρχισαν να ξεμακραίνουν, παίρνοντας ο καθένας το χρόνο του και προσαρμόζοντας το ρυθμό του έτσι ώστε να πιάσει το στόχο του για το σημερινό αγώνα.

Και εμείς, οι «απ’έξω» - και ήμασταν αρκετοί σήμερα – πίσω από τη νοητή γραμμή που μας χώριζε από τους «μάχιμους», να ενθαρρύνουμε, να χειροκροτούμε και να χαιρόμαστε για τους «συντρέχτες» μας! Από εκεί δεν το κουνήσαμε ρούπι – παρότι το κρύο ήταν ομολογουμένως τσουχτερό – αλλά πως ήταν δυνατόν, οι φίλοι μας ήταν εκεί έξω, με τα κοντομάνικα και τα σορτσάκια τους και εμείς με τα μπουφάν και τα γάντια μας θα «λακίζαμε»;

Ο πρώτος δρομέας, έκανε την εμφάνισή του, μόλις μία ώρα και 9 λεπτά μετά την εκκίνηση του αγώνα. Άνετος, χωρίς χαμένη ανάσα, σαν να μην είχαν περάσει από τα πόδια του τα 20 χιλιόμετρα που μόλις είχε τρέξει! Και μετά άλλος, κι άλλος, κι άλλος…και μετά την πρώτη μίαμιση ώρα, κόσμος πολύς, άνδρες – γυναίκες, δρομείς από συλλόγους όπως ο ΣΔΥΠ κα ο ΣΔΥΑ με τις συνήθεις εμφανίσεις τους, οι ΣΑΦΑΝΣ με τα πορτοκαλί τους μπλουζάκια που πάντα δίνουν μία χρωματιστή νότα στους αγώνες, αλλά φυσικά και μη οργανωμένοι δρομείς, οι απλοί δρομείς, αυτοί που τρέχουν χωρίς χρονόμετρα και high tech παπούτσια, μόνο για την γλύκα του τερματισμού. Εκεί και οι τυφλοί δρομείς με τους συνοδούς τους, συγκίνηση και περηφάνια, εκεί και ένας άνδρας 75 ετών, γεννηθείς το 1935, να τερματίζει δύο ώρες και κάτι μετά την εκκίνηση…!

Ναι, σήμερα ήμουν και εγώ εκεί. Ήμουν και εγώ εκεί να χειροκροτήσω, να φωνάξω, να συντρέξω τους «συντρέχτες» μου. Να πάρω κάθε πόνο τους, κάθε αγωνία τους αλλά να νιώσω μαζί με τον καθένα από αυτούς την συγκίνηση του τερματισμού. Σήμερα ήμουν και εγώ εκεί, γι’ αυτούς, αλλά και για όσους  δεν είχαν κάποιον δικό τους εκεί να τους περιμένει, να φωνάξει το όνομά τους όταν εκείνοι φάνηκαν, όσοι δεν είχαν κάποιον να τους χτυπήσει φιλικά στην πλάτη και να τους πει, «συγχαρητήρια»! Ήμουν εγώ όμως εκεί γι’ αυτούς, όπως και εκείνοι ήταν εκεί για μένα σε όσους αγώνες έχω τερματίσει μόνη!

Να είστε όλοι καλά! 

Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Αθηνών στις 16/03/10



Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Serenissima













Καθώς η νύχτα απλωνόταν πάνω από τη «Γαληνοτάτη» και στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου το ρολόι χτυπούσε ρυθμικά μεσάνυχτα, μία μαύρη σκιά φορώντας ντόμινο και μία χρυσή βενετσιάνικη μάσκα, διέσχισε τη σχεδόν έρημη πλατεία με γρήγορο βήμα. Οι ανάσες κοφτές σαν να είχε τρέξει, οι κινήσεις γρήγορες σαν σε βιασύνη, έκαναν το μαύρο ύφασμα να αναδεύεται και να μοιάζει με τα κύματα των καναλιών, που την ώρα εκείνη νωχελικά τραβούσαν το δρόμο τους. Τα μάτια του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα έπαιζαν νευρικά και παρόλο το προσωπείο, η κίνηση και το έντονο βλέμμα του κατόχου τους ήταν φανερό…Μάτια γεμάτα σπίθα, σαν αναμμένα καντηλάκια, πρόδιδαν άνθρωπο νευρικό ή φοβισμένο μα και δυνατό και αποφασισμένο…

Μία γόνδολα καρτερικά περίμενε στην όχθη του Canal Grande, μαύρη σαν νυχτερίδα με αστραφτερά κόκκινα βελούδινα καθίσματα και με έναν μονάχα επιβάτη. Η σκιά την είδε και κατευθύνθηκε προς αυτήν. Ο γονδολιέρης άπλωσε το χέρι του και εκείνη επιβιβάστηκε και κάθισε αντίκρυ από τον άντρα που για ώρα περίμενε, με τους γιακάδες του πανωφοριού του σηκωμένους για να αντιμετωπίσει το κρύο και την υγρασία των καναλιών.

Το ταξίδι τους ξεκίνησε και λέξη δεν αντάλλαξαν γρήγορα. Η σκιά ανυπόμονη και νευρική δεν θέλησε να μιλήσει παρά μονάχα για να δηλώσει τον ήδη γνωστό προορισμό:
“Casin dei Nobili”.

Siamo arrivati, ecco, Casin dei Nobili”, ανακοίνωσε ο γονδολιέρης, και ο άντρας με το βαρύ πανωφόρι πάτησε πρώτος στη στεριά για να βοηθήσει τη σκιά να κατέβει και καθώς το μαύρο μετάξι ανασηκώθηκε, άξαφνα η κουκούλα γλίστρησε και το φως του φεγγαριού έλουσε μία τούφα από ξανθά μαλλιά…η σκιά ήταν γυναίκα…

Μια πόρτα βαριά με μάνταλο τη χώριζε από αυτό που είχε έρθει να βρει. Ανασήκωσε το χέρι της να χτυπήσει…δίστασε…δεν ήταν σίγουρη αν αυτό που θα μάθαινε, αν αυτό που χρόνια τώρα καρτερικά περίμενε ήταν γραφτό να συμβεί εκείνη τη νύχτα. Ο ήχος από τις αρθρώσεις των δαχτύλων της στο βαρύ ξύλο έκανε αντίλαλο στην σκοτεινή στοά και η σκιά αναρίγησε από φόβο καθώς η πόρτα δεν άνοιγε. Ένα συρταρωτό παραθυράκι άνοιξε και αφού δυο λόγια ψιθυρίστηκαν η πόρτα έγειρε αργά και έκλεισε πάλι πίσω της σαν να σφράγιζαν οι πόρτες…του παραδείσου ή της κολάσεως.

Η σκιά προχώρησε και άξαφνα κόσμος, φωνές, ντόμινα, άνθρωποι με λαμπρές στολές και περίτεχνες μάσκες, γυναίκες με τουαλέτες και πουδραρισμένες περούκες, μουσικές και τυχερά παιχνίδια…η γυναίκα βρέθηκε σε αμηχανία…δεν ήξερε που να πάει…ξαφνικά έμοιαζε να ξεχνάει γιατί βρισκόταν εκεί…ένα χέρι αποφασιστικό πετάχτηκε και την τράβηξε ξαφνικά σε ένα διάδρομο με ησυχία…ο άνθρωπος που μαζί του ταξίδεψε μέσα στη γόνδολα…την τράβηξε μαλακά και περπάτησαν στον άδειο διάδρομο ώσπου έφτασαν μπροστά σε μία μεγάλη αίθουσα με βαριά έπιπλα, βελούδινα σαν τα καθίσματα της γόνδολας. Ο άνδρας στάθηκε αντίκρυ της. Την κοίταξε και τα μάτια του γέμισαν συμπόνια και τρυφερότητα. Ναι, αυτή ήταν που προστάτευε τόσον καιρό. Αυτή ήταν που ακόμα και σήμερα την έφερε με ασφάλεια να συναντήσει το πεπρωμένο της. Αυτή που τον κοιτούσε πίσω από την μάσκα της, εκλιπαρώντας για μια και μόνο λέξη…

Η σκιά ανασήκωσε τη μάσκα της και φάνηκαν τα δύο μάτια που σαν καντηλάκια ώρα πολύ άναβαν…Το βλέμμα υγρό, η ερώτηση ακόμα εκεί…καθώς εκείνος υποχώρησε, η πόρτα που βρισκόταν κλειστή πίσω του άνοιξε αργά…και πίσω της φάνηκε άλλη μία μαυροφορεμένη φιγούρα, χωρίς κουκούλα και μάσκα…και έμεινε εκεί να την κοιτάζει…

Τα μάτια της που τόση ώρα άναβαν, τώρα έλαμπαν πραγματικά, πιο πολύ και από τα χρυσά της μαλλιά…και η απάντηση στην ερώτηση κραύγαζε… «ήρθε!»