Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Ηôtel Raphael



Τα πόδια της την πονούσαν τόσο πολύ, που ήταν έτοιμη να πετάξει τα παπούτσια της και να περπατήσει ξυπόλυτη. «Μα πως μου ήρθε να βάλω ψιλές γόβες για να βγω βόλτα στα μαγαζιά;», σκέφτηκε. Αλλά αμέσως απάντησε νοερά στον εαυτό της, με μια δόση παιχνιδιάρικης ενοχής «γιατί ήθελα να βάλω το πλεκτό φουστάνι και το καμηλό παλτό, που είναι τόσο όμορφα και ζεστά μαζί, καλά να πάθω…».

Κατηφορίζοντας την Avenue Klèber, με τις τσάντες που περιείχαν τους καινούριους της θησαυρούς, κοίταξε τα σύννεφα που κρέμονταν απειλητικά στον ουρανό του Παρισιού -σαν ένα τεράστιο μπαλόνι γεμάτο νερό που μόλις ακουμπούσε στο αλεξικέραυνο του Πύργου του Άιφελ θα έσκαγε με κρότο. Τα πόδια της αρνούνταν να συνεχίσουν και σταμάτησαν μπροστά στο νούμερο 17. Μα ναι, πως δεν το σκέφτηκε νωρίτερα; Θα έμπαινε να ξαποστάσει στο Ηôtel Raphael. Οι κόκκινες τέντες του ισογείου του γωνιακού ξενοδοχείου φάνταξαν τόσο οικείες και τόσο φιλόξενες που χωρίς να σταματήσει το βήμα της, πέρασε την είσοδο, καλησπέρισε τον χαμογελαστό ρεσεψιονίστ και κατευθύνθηκε προς το English Bar.

Μα ναι, τώρα όλα φαίνονταν καλύτερα. Το ζεστό ξύλινο μπαρ, οι βελούδινες κόκκινες πολυθρόνες και τα ψηλά δερμάτινα σκαμπό ήταν ακριβώς το περιβάλλον που ήθελε να βρεθεί εκείνη τη στιγμή. Το τέλειο κλείσιμο, μιας τέλειας μέρας. Ήταν όλα όπως τα θυμόταν, φιλόξενα, γεμάτα με μία σχεδόν σπιτική θαλπωρή, αυτήν που αισθάνεται κάποιος όταν ανάβει όλα τα φώτα στο σαλόνι, που μυρίζει διακριτικά από τα λουλούδια στα βάζα, πριν αρχίσει να υποδέχεται τους καλεσμένους του. Διάλεξε ένα τραπέζι σε μία γωνία με ένα παράθυρο -έτσι, για να βλέπει το φως που έσβηνε σιγά – σιγά στον ουρανό- άφησε τις τσάντες με τα ψώνια δίπλα της στο πάτωμα και για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να βγάλει τα παπούτσια της. Αλλά τα πόδια της φαίνονταν από το σχεδόν δωρικό τραπεζάκι και έτσι τα άφησε μέσα στις γόβες της, να ξαποστάσουν, έστω κι έτσι. Έβγαλε το μαντίλι από το λαιμό της, «καλή ιδέα», σκέφτηκε, «αν βρέξει γυρνώντας στο σπίτι, θα το φορέσω στο κεφάλι μου, θα φαίνομαι έτσι λες και βγήκα από τη δεκαετία του ‘60» και πριν προλάβει να κοιτάξει, ο σερβιτόρος είχε φτάσει κιόλας δίπλα της.

“Est-ce-que je peux avoir un verre du champagne, s’il vous plaît?, “Bien sûr, madame”, της απάντησε με ένα χαμόγελο. Ναι, θα έπινε ένα ποτήρι σαμπάνια, ήταν η μέρα της σήμερα, θα διάλεγε κάθε μικρή πολυτέλεια που μπορούσε να προσφέρει στον εαυτό της και θα την απολάμβανε, γιατί την άξιζε, γιατί την κέρδισε, γιατί απλά της άρεσε. Καθώς χαλάρωνε, παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της. Οι περισσότεροι φαίνονταν να απολαμβάνουν το απόγευμά τους, οι συζητήσεις αλλού είχαν ανάψει, κυρίως κοινωνικές, αλλού πιο προσωπικές, κάτω από χαμηλωμένα βλέφαρα και πονηρά γελάκια. Δύο κυρίες μεγαλύτερης ηλικίας έπιναν το τσάι τους, πιο κει τρεις κύριοι που πρέπει να είχαν φύγει από το γραφείο μόλις, απολάμβαναν το απεριτίφ τους μιλώντας και χειρονομώντας ζωηρά και πιο κει, ένα ζευγάρι με ένα χάρτη στα χέρια, ντυμένοι απλά, μάλλον σχεδίαζαν την επίσκεψή τους σε κάποιο αξιοθέατο του Παρισιού by night.

Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. Πόσο της άρεσε αυτή η αίσθηση από τις μπουρμπουλίθρες της σαμπάνιας, δεν χρειαζόταν παρά μία γουλιά για να νιώσει την παιχνιδιάρικη διάθεση του ποτού της να απλώνεται μέσα της. Με ανανεωμένη διάθεση, άρχισε να κοιτάζει τα ψώνια της. Ένα πολύ σικ μεταξωτό πουκάμισο, με ωραία μανικέτια, θα το φορούσε με το γυναικείο σμόκιν της σε μία εκδήλωση που είχε να πάει σύντομα. Τα αγαπημένα της σαπούνια. Με τίποτα δεν μπόρεσε να συνηθίσει τα αφρόλουτρα, δεν της έδιναν ποτέ την αίσθηση της καθαριότητας. Ένα ζευγάρι περίεργες πέρλες της Chanel -μα είχε τρελαθεί, τι πήγε και έκανε;! Δεν βαριέσαι, ζούμε μόνο μια φορά, ας κάνουμε και καμία τρέλα που και που! Δύο βιβλία από το αγαπημένο της μικρό βιβλιοπωλείο. Κλασικές εκδόσεις, το ένα το είχε διαβάσει και στα αγγλικά, γιατί της άρεσε να διαβάζει βιβλία στην γλώσσα που γράφτηκαν. Ένα μικρό μπουκέτο τουλίπες, για το βάζο στο χολ. Για να ανοίγει την πόρτα της και να αντικρίζει κάτι όμορφο και χρωματιστό.

Καθώς τα χέρια της κυλούσαν πάνω στις σακούλες και σταματούσαν σε κάθε μικρή η μεγάλη αγορά, σταμάτησαν στο μπουκαλάκι με το άρωμά της. Το κοίταξε για μια στιγμή, χαμογέλασε. Το ξετύλιξε από το περιτύλιγμά του, έβγαλε το καπάκι και παρότι το γυναικείο savoir faire απαγορεύει σε μια κυρία να καλλωπίζεται δημοσίως, έσταξε μια σταγόνα στο εσωτερικό του καρπού της. Αμέσως οι μυρωδιές της παιώνιας του σανδαλόξυλου και των ανθών της πορτοκαλιάς, μπερδεύτηκαν με αυτή της σαμπάνιας. Σχεδόν χαμογέλασε. Το φορούσε πολύ καιρό αυτό το άρωμα, σχεδόν πεισματικά αρνιόταν να το αλλάξει. Ένωσε τους καρπούς της για να πάρει και το άλλο χέρι της από τη μυρωδιά.

Σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε το μπαρ, τα σκαμπό, τις απλίκες στον τοίχο. Ήταν σαν να είχε γυρίσει ο χρόνος πίσω. Θυμήθηκε ότι κάθονταν σε εκείνο το μπαρ, άλλωστε του είχε πει ότι της αρέσει περισσότερο. Ήταν μια μέρα σαν αυτή, χωρίς ψώνια, αλλά με πολύ ποδαρόδρομο. Και είχαν μπει και τότε στο Ηôtel Raphael γιατί έκανε κρύο και έψαχναν ένα μέρος να ζεσταθούν και να ξαποστάσουν. Είχαν παραγγείλει ουίσκι, θυμήθηκε. Θυμήθηκε τον μπάρμαν που είχε ζεστάνει τα ποτήρια με τον ατμό της εσπρεσιέρας -θα αναδειχθούν καλύτερα τα αρώματά του ποτού έτσι, τους είχε πει- και εκείνη κράτησε νοερή σημείωση να το κάνει και στο σπίτι. Το μπαρ δεν ήταν τόσο γεμάτο όσο σήμερα και θυμήθηκε την έντονη συζήτηση, τις χειρονομίες, τα γέλια, τα σχέδια για το βράδυ, για το καλοκαίρι, για τη ζωή. Και μέσα σε όλα, θυμήθηκε γιατί πεισματικά δεν αποχωριζόταν ποτέ το άρωμά της.
«Τι μυρίζεις τόσο όμορφα;», την είχε ρωτήσει. «Δεν φταίω εγώ, ο maître Yves Saint Laurent, φταίει», του είχε απαντήσει κοκέτικα, «σ’αρέσει;» «Θα το αγοράσω κι εγώ» της είπε. «Εσύ; Μα είναι γυναικείο!» «Θα το αγοράσω και όταν δεν είσαι μαζί μου, θα γεμίζω το χώρο με το άρωμά σου κι έτσι θα είσαι πάντα κοντά μου…»

Χαμογέλασε. Άτιμο πράγμα η μνήμη. Ειδικά αυτή που συνδέεται με τη μυρωδιά. Και θυμήθηκε κι άλλα, όμορφα και λιγότερο όμορφα, που όμως ήταν μοναδικά, κομμάτια δικά της. Τυλίχτηκε στο παλτό της, πήρε μια βαθιά ανάσα. Έδεσε τη ζώνη της και το μαντήλι στο λαιμό της -από ό,τι φαίνεται δεν θα έβρεχε τελικά- άφησε ένα χαρτονόμισμα -και ένα γερό φιλοδώρημα στον σερβιτόρο- και σηκώθηκε να φύγει.

Κοντοστάθηκε μπροστά στο μπαρ, ο μπάρμαν δεν ήταν ο ίδιος, αλλά παρότι απασχολημένος, της χαμογέλασε, ανακατεύοντας κάποιο κοκτέιλ. Του ανταπόδωσε το χαμόγελο και βγήκε από το δωμάτιο, καθώς ακουγόταν το Générique από το Ascenseur pour l’échafaud του Miles Davis

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Βήματα στο σκοτάδι




Μες το σκοτάδι, το ένα πόδι μπροστά από το άλλο βάζω.
Σκοτάδι έπεσε - δεν ήταν πριν -
και ακούω μόνο την ανάσα μου να βγαίνει 
και αυτή σαν το μυαλό μου αλαφιασμένη.

Που είναι όλοι, που πήγαν όλοι;
Κόσμος ακούγεται σιμά μου
όμως και αυτός αόρατος λες
δεν προβάλει πουθενά.

Δεν εμπιστεύομαι πια τίποτα.
Η καρδιά μου σιγεί και το μυαλό μου φωνάζει.
Μόνο τα πόδια μου εμπιστεύομαι.
Αυτά που με φέρνουν πάντα πιο κοντά στον εαυτό μου.

Μα να, κάποια γνώριμη φιγούρα προβάλει
αυτήν ψάχνω, με τα μάτια της ψυχής, αυτήν ζητάω
 και φωνάζω, "είσαι εσύ;" με όση δύναμη λαχανιασμένη
"Όχι, δεν είμαι εγώ", σαν φτυσμένες οι λέξεις, σαν ξεροκόμματο.

"Είσαι εσύ;" φωνάζω πάλι
και τα μάτια μου σαν της γάτας
στο σκοτάδι διαστέλλονται
μήπως και δω αυτό που λαχταρώ.

"Όχι, σου είπα, δεν είμαι"
και σίγουρα δεν ήταν
αφού ποτέ η ψυχή μου
την πλάτη δεν θα μου γύριζε.

Και στέκομαι εκεί
Μέσα στο έρεβος
Μην μπορώντας πια να δω
στερημένη από φως. 
                                       

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Μνήμες




















Καθαρές σκέψεις σαν το νερό, τρέχουν στο μυαλό μου σαν την πηγή που κατεβαίνει από το βουνό και παρασύρει στο περασμά της ό,τι βρίσκεται στην πορεία... Βράχοι, στέρεοι και αμετακίνητοι... αντιλήψεις, στερεότυπα που μας κρατάνε δέσμιους, αιχμάλωτους, χωρίς χώρο ν'ανασάνεις, να ελευθερωθείς, να πετάξεις από πάνω σου τις αράχνες μιας ζωής... Μιας ζωής ρόδινης που σε μια στιγμή γίνεται εφιάλτης, που αλλάζει στο λεπτό χωρίς να σου αφήνει περιθώρια εκλογής. Να κλάψεις; Να γελάσεις; Να φωνάξεις; Πως να ελευθερωθείς για να ζήσεις, να χαθείς μέσα στο πλήθος... χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς κρίσιμες αποφάσεις και καταστάσεις πανικού... Πότε επιτέλους θα καταλάβουν πως είσαι άνθρωπος, κύριος του εαυτού σου; Πότε θα σταματήσουν όλοι να σου ζητάνε; Δήθεν για το καλό σου... Μα ποιός άραγε θα βάλει τη γραμμή, ποιός θα χωρίσει τους δύο δρόμους που ανοίγονται μπροστά σου, ποιός είναι πιο ικανός και πιο κατάλληλος από εσένα τον ίδιο να διαλέξει; Γιατί πάντα οι άλλοι να κάνουν τις επιλογές για σένα; Θα σου πουν "για το καλό σου, να μην κακοπέσεις, να μην πονέσεις, να μην πληγωθείς". Μα αν δεν κάνεις λάθη, αν δεν ζήσεις τα λάθη σου, αν δεν κάνεις μια στραβοτιμονία, πως θα ξεχωρίσεις το καλό απ'το κακό; Πως θα σχηματήσεις γνώμη δική σου κι όχι να υιοθετήσεις τη γνώμη των πολλών; Πότε επιτέλους θα σταματήσουν να γεμίζουν τον κόσμο με αφελείς ανθρώπους που θα ξέρουν μόνο το "καλό" που θεωρούν οι άλλοι;
          Προσπαθώ λοιπόν να δω μπροστά, χωρίς παρωπίδες, χωρίς παραπετάσματα... Αφήστε με να δω τον κόσμο με τα δικά μου μάτια,τα μάτια της καρδιάς μου,κι ίσως τότε ν'αλλάξουν τα πράγματα για όλους μας.

         Νύχτα, μουσική, μια καρδιά που χτυπά τόσο δυνατά και καθαρά σαν να θέλει να πετάξει, να σκίσει τη νύχτα, να βρεθεί με μιας στο πρωί, στην ημέρα, στη χαρά, στη θάλλασα, στην ανεμελιά των παιδικών και εφηβικών χρόνων, μαζί με πρόσωπα που αγάπησε και που μερικά δεν είναι πια κοντά,να τους μιλάω και να με νοιάζονται...

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Μαύρο Φαρί




















Ψηλά σε μια κορφή σαν δόρυ αιχμηρή
ένα μαύρο φαρί από ψηλά τον κόσμο θωρεί
από γενιά αρχοντική
Στα βάθια της Αραβίας κρυμμένη
στέκεται αγέρωχο και αφογκράζεται τον άνεμο

Το μουσούδι του λεπτό, εκλεπτισμένο
απ'τα ρουθούνια του όμως η ανάσα του καυτή
σαν άλλος Κινέζικος δράκος φρουμάζει
έτοιμο στη μάχη να ριχτεί.

Τ'αυτιά του πίσω ρίχνει
σημάδι νευρικότητας και ανυπομονησίας
τα μάτια του σφιχτά στις κόχες καρφωμένα
και από τη μαυρίλα την τόση, μόν'το λευκό τους φαίνεται
σαν ριπή φωτός.

Δες το! Γυαλίζει η χαίτη του!
Με τον άνεμο ανακατεύεται και σου θυμίζει παντιέρα πειρατική!
Σαν έβενος το τρίχωμά του γυαλίζει
και τα μούσκουλα του στήθους, της πλάτης, των ποδιών του
νευρικά ανεβοκατεβαίνουν, και ταράζουν τη σάρκα του
σαν μαύρο κύμα σε θάλασσα με αντάρα.

Τα πόδια του γερά
σαν τις κολώνες του Παρθενώνα στιβαρά
τα γόνατα λυγίζουν με τη σειρά, ξεκούραση να δώσουν και στήριγμα.
Οι οπλές του δες! Καθώς τα πόδια του λυγίζει
τα πέταλα του ακούς και είναι σαν του Ηφαίστου το αμόνι που ακούγεται.  του ﷽﷽﷽﷽﷽ατεν

Χωρίς χαλινό και σέλα στέκεται και ατενίζει το πέλαγος
Η κεφαλή του πάνω κάτω σείεται και η χαίτη μαζί της ταξιδεύει
Νευρώδες και ανυπόμονο τον κύρη του απ'τη θάλασσα να'ρθει περιμένει

Κινείται, στα δύο πόδια σηκώνεται, γυρίζει, τη γη με την οπλή του αναμοχλεύει
Κανείς δεν φαίνεται αλλά αυτό δεν φεύγει
Κανείς δεν φαίνεται αλλά αυτό δεν λυγάει
Κανείς δεν φαίνεται αλλά αυτό επιμένει

Στυλώνει τα πόδια στα βράχια και αντιστέκεται
Στη μοίρα αντιστέκεται γι'αυτόν που του λείπει
Γι'αυτόν που του πήρε και ποιος ξέρει σε ποια μάχη τον έχασε

Και αυτό εκεί, το κεφάλι να λυγά και να σηκώνει
το σώμα του και πάλι να υψώνει
ώσπου να δει τον κύρη του με τ'άρματα στην πλάτη
με δυνατή φωνή να το καλεί
"Εμπρός μες τη φωτιά λοιπόν καλό μου άτι!"
 του ﷽﷽﷽﷽﷽ατεν

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Boulvard Parisienne













Το κλείσιμο της αυλαίας τη βρήκε για άλλη μια φορά σε βαθειά υπόκλιση με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Άλλο ένα βράδυ, άλλη μια επιτυχία. Άλλο ένα χειροκρότημα, άλλο ένα φινάλε.

Σηκώθηκε αργά. Περνώντας αργά από τις κουίντες, η βαριά δαντέλα στο χρώμα του ζαφειριού που φορούσε, ηχούσε σαν τα πόδια της να περπατούσαν πάνω στα χρυσοκαφετιά φύλλα του φθινοπώρου. Έφτασε στο καμαρίνι της και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της στη βοή του διαδρόμου. Όχι, σήμερα δεν θα δεχόταν κανέναν, ήθελε να μείνει μόνη. Κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της και βάλθηκε να ξεβαφτεί. Το βαρύ θεατρικό μακιγιάζ είχε για άλλη μια φορά ποτίσει το δέρμα της και καθώς το αφαιρούσε, στάθηκε να κοιτάζει το μισό πρόσωπό της βαμμένο και το άλλο μισό «γυμνό» και απαλλαγμένο από φτιασίδια. Ένα πρόσωπο που αναγνώριζε το μισό. Σαν τον θεό Ιανό με τις δυο όψεις. Βιάστηκε να ελευθερώσει το πρόσωπό της από τη μάσκα του. Τώρα το μακρύ ζαφειρένιο φουστάνι που φορούσε φάνταζε παράταιρο με το αμακιγιάριστο πρόσωπό της. Μπήκε πίσω από το παραβάν της και αργά κατέβασε το φερμουάρ αφήνοντας το φουστάνι να γλιστρήσει από τους ώμους της, στους γοφούς της και από εκεί στο πάτωμα. Φόρεσε ένα απλό γκρίζο πλεκτό φόρεμα και έδεσε τη ζώνη του γύρω από τη μέση της. Έριξε στους ώμους της το παλτό της, στριφογύρισε γύρω από το λαιμό της ένα μακρύ κασκόλ και έβαλε το καπέλο της. Κοιτάχτηκε στιγμιαία στον καθρέφτη. Το σώμα της ήταν ακόμα νεανικό, αλλά το πρόσωπό της ήταν ωχρό, ελλείψει μακιγιάζ, ενώ οι εκφραστικές απαιτήσεις των ρόλων της είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους, στα μάτια της, γύρω από το στόμα της, στο μέτωπό της. Ευτυχώς το καπέλο έκρυβε τα περισσότερα.

Βιάστηκε. Δεν ήθελε κανέναν να την σταματήσει στο διάδρομο, ούτε κάποιον απ’ τον θίασο, ούτε κάποιον θαυμαστή, ειδικά αυτοί με τον περίσσιο θαυμασμό τους και τις αναλύσεις της εξαιρετικής ερμηνείας της, ειδικά σήμερα, δεν θα βοηθούσαν σε τίποτα.

Βγήκε από την πίσω πόρτα. Έβρεχε. Καθόλου περίεργο, στο Παρίσι συνήθως βρέχει. Βάλθηκε να περπατάει ρυθμικά και γρήγορα, αφήνοντας πίσω της το Παρισινό Μπουλβάρ που κάθε βράδυ την αποθέωνε αλλά αρκούσε το πέσιμο της αυλαίας για να μείνει και πάλι μόνη. Σαν ένα παράθυρο που κλείνοντας άφηνε απ’ έξω όλη τη βοή του δρόμου. Οι υδρορροές έσταζαν επικίνδυνα και άνοιξε την ομπρέλα της. Στα μικρά παρισινά καφέ με τις κουρτινούλες στερεωμένες στα μισά του παραθύρου διέκρινες πρόσωπα, ζεσταμένα από το κρασί ή τη θαλπωρή της μικρής αίθουσας να γελούν, να μορφάζουν, να φαίνονται ευχαριστημένα και ζωηρά. Κοντοστάθηκε. Ένα βλέμμα από το καφέ έπεσε πάνω της. Έστρεψε το κεφάλι της για να αποφύγει να την αναγνωρίσουν. Υπήρχε περίπτωση να βγουν στη βροχή να της ζητήσουν αυτόγραφο.

Σε λίγο διέκρινε την είσοδο του μετρό. Το γνώριμο σήμα του φάνταζε σαν ξωτικό της κόλασης στη σκοτεινή και υγρή πλατεία. Κατέβηκε τα σκαλιά γρήγορα, ενώ τα τακούνια της αντηχούσαν σαν σφυροκοπήματα. Τακ, τακ, τακ. Στην αποβάθρα 2-3 άνθρωποι, νυσταγμένοι, κουρασμένοι. Κατέβασε το καπέλο της στα μάτια της και σήκωσε το γιακά της. Σήμερα δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της καμία δημοσιότητα. Καθώς το βαγόνι την έφερνε όλο και πιο κοντά στον προορισμό της, σκέφτηκε πόσο θα ήθελε να μην ήταν στο μετρό αλλά στο τρένο, να φεύγει μακριά από τα φώτα και τον κόσμο. Κατέβηκε.

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά προς το δρόμο μία ριπή κρύου αέρα και βροχής την χτύπησε στο πρόσωπο. Ήταν τόσο κρύο που για μια στιγμή πιάστηκε η αναπνοή της. Κι άλλα σκαλιά. Η SacreCoeur σκαρφαλωμένη στην κορυφή του λόφου, φάνταζε σαν τεράστιο λευκό φάντασμα. Έστριψε αριστερά και προχώρησε. Τα σοκάκια της συνοικίας είχαν ζωή εκείνη την ώρα, αφού λίγο – πολύ εκείνη την ώρα ξεκινούσαν να ζουν οι κάτοικοί της. Rue Pierre Picard. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε το κλειδί της, κοίταξε πίσω της φοβούμενη μήπως κάποιος την είχε ακολουθήσει. Κανείς. Πότε θα σταματούσε να κοιτάζει πίσω απ’τον ώμο της; Η βαριά πόρτα άνοιξε, μπήκε στο ασανσέρ, έκλεισε τη βοηθητική πόρτα, δεύτερος όροφος. Κοντοστάθηκε. Είχε αργήσει, το ήξερε. Άνοιξε την πόρτα. Το σπίτι ήταν σκοτεινό εκτός από ένα μικρό φως που έμπαινε από τη λάμπα του δρόμου. Άφησε τα κλειδιά της, το καπέλο και τα γάντια της στο σεκρετέρ αριστερά απ’τη πόρτα. Προχώρησε αργά, ο ήχος από τα τακούνια της χάθηκε μέσα στο χαλί. Το δωμάτιο μύριζε από τα λουλούδια που λάμβανε συχνά και λυπόταν να τα πετάξει, μόνο τα κρατούσε για να δίνουν χρώμα και μυρωδιά στο χώρο.

Κοίταξε αργά γύρω της. Τα μάτια της σταμάτησαν πάνω στο χαμηλό τραπέζι. Και εκεί τα είδε. Ένα μπουκάλι κρασί μισό άδειο. Ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Δύο ποτήρια, το ένα χρησιμοποιημένο. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και ένα λευκό κομμάτι χαρτί. Κάθισε στον καναπέ και πήρε το λευκό χαρτί στα χέρια της. Το φως του δρόμου δεν έφτανε για να το διαβάσει. Άναψε το λαμπατέρ δίπλα της. Και διάβασε. «Πάλι άργησες. Δεν ήταν η πρώτη, δεν θα είναι η τελευταία. Ίσως όμως είναι η τελευταία φορά που σε περίμενα. Χρόνια σου πολλά, να τα εκατοστήσεις.»  

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Mayerling













Η Ίρμα προχωρούσε με γρήγορα βήματα μέσα στο δάσος. Το βαρύ φόρεμά της από σκούρο καφέ βελούδο στο χρώμα του κάστανου που ταίριασε τόσο πολύ με τα μάτια της, είχε αποκτήσει στο τελείωμά του μία λευκή απόχρωση σαν δαντέλα από το χιόνι που σκέπαζε τους δρόμους του δάσους. Οι ώμοι της ήταν σκεπασμένοι με μία λευκή γούνινη κάπα που αγκάλιαζε στοργικά θα έλεγες το κορμί της και τα χέρια της ήταν καλυμμένα από δερμάτινα γάντια.

Από το στόμα της η ανάσα της έβγαινε ζεστή σαν καπνός από καμινάδα. Γρήγορη και κοφτή από την προσπάθειά της να απομακρυνθεί όσο το δυνατό πιο γρήγορα από τη σκηνή μάρτυρας της οποίας έγινε άθελά της και από την ώρα εκείνη περνούσε μπροστά από τα μάτια της ξανά και ξανά σαν κακός εφιάλτης.

Πως να ξεχάσει αυτό που είδε; Πως να έμενε στο χώρο που εκείνος αγκάλιασε μιαν άλλη γυναίκα τόσο στοργικά και τρυφερά σε μία απόμερη γωνιά όταν κανένας δεν κοιτούσε; Πως να πιστέψει ότι εκείνος που εκείνο το βράδυ θα ανακοίνωνε την απόφαση του να ενώσει τη ζωή του μαζί της, είχε τα χέρια του γύρω από μια άλλη γυναίκα;

Το δάσος ήταν αφιλόξενο και κρύο. Ο χειμώνας που βρισκόταν στο απόγειό του είχε φροντίσει να σκεπάσει τα δέντρα με χιόνι, ώστε τα κλαδιά τους να βαραίνουν σας από τα χρόνια λες και όχι από το βάρος. Η Ίρμα χανόταν όλο και περισσότερο στην καρδιά του, μία καφετιά κουκίδα σε έναν λευκό καμβά, πλαισιωμένη από γαλάζιες και ασημιές πινελιές, εκεί που το φεγγάρι έριχνε το φως του πάνω στα δέντρα. Σιγά – σιγά το βήμα της βάρυνε, όσο και η καρδιά της. Τα πόδια της βαριά απ’ την προσπάθεια άρχισαν να βυθίζονται στο λευκό σεντόνι του χιονιού και να αρνούνται να ξαναβγούν. Κατάκοπη πια αλλά και φοβισμένη σταμάτησε να τρέχει Γύρισε το βλέμμα της γύρω αλλά δεν μπορούσε να δει καλά αφού τα μάτια της δεν είχαν ακόμα συνηθίσει στο σκοτάδι. Σε λίγο διέκρινε μπροστά της ένα περίπτερο, ένα ξύλινο περίπτερο, με κολώνες και ξύλινη σκεπή που το χρησιμοποιούσαν κυρίως σε γιορτές και διασκεδάσεις. Ανέβηκε τα λίγα σκαλιά του και κάθισε σε έναν από τους κυκλικούς πάγκους. Κρύωνε και φοβόταν αλλά αυτά ήταν λίγα μπροστά στην προδοσία που ένιωθε στην καρδιά της. Τύλιξε την κάπα της πιο σφιχτά πάνω της και έμεινε εκεί. Σε λίγο τα μάτια της άνοιξαν σαν τις πηγές που αναβλύζουν όταν τα χιόνια από τα βουνά έρχονται αντιμέτωπα με το φως της άνοιξης. Δάκρυα. Δάκρυα για εκείνην που πίστεψε, δάκρυα για εκείνον που πρόδωσε. Δάκρυα που σαν πεφταστέρια δεν προλάβαινες να τα δεις.

Ούτε η ίδια ήξερε πόση ώρα βρισκόταν εκεί. Εκείνο που κατάλαβε ήταν ότι δεν ήταν μόνη. Κλαδιά που σπάγαν και θρόισμα από φύλλα την έκαναν να αναριγήσει περισσότερο και όχι από το κρύο. Ξάφνου, μέσα απ’το σκοτάδι, ένα ελάφι πρόβαλε μπροστά της. Ένα ελαφάκι, να περπατάει λικνιστικά σαν να ακροπατά για να μην ξυπνήσει κάποιον που κοιμόταν ελαφρά. Την πλησίασε. Τα μάτια του ήταν μεγάλα και σκούρα καστανά όπως τα δικά της. Νόμιζε ότι είδε την αντανάκλασή των δικών της ματιών μέσα στα δικά του. Την πλησίασε κι άλλο. Ναι την κοίταζε στα μάτια!
«Γιατί πονάς;», ήταν σαν να της έλεγε. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Το μικρό ελάφι βάλθηκε να σκουπίζει τα δάκρυά της με τη γλώσσα του. Όταν πια δεν υπήρχε ίχνος από τους αλμυρούς χειμάρρους στα μάτια της, ακούμπησε το λαιμό του στον ώμο της.
Εκείνη το αγκάλιασε, ζεστάθηκε από το κορμί του και απόμεινε εκεί άλλοτε να το κοιτάει και άλλοτε να αφουγκράζεται την ησυχία της νύχτας.

Εκεί τους βρήκαν το επόμενο πρωί. Όταν πλησίασαν για να την ανασηκώσουν, είδαν ότι η Ίρμα ήταν ακόμα ζωντανή. Παγωμένη σχεδόν αλλά ζωντανή. Το μικρό ελάφι την είχε κρατήσει ζεστή με το σώμα και την ανάσα του. Την είχε παρηγορήσει και την είχε σώσει.

Όταν την έφεραν πίσω στο σπίτι, το μικρό ζώο δεν έφυγε απ’το πλάι της. Όπως είχε ζεστάνει το κορμί της, έτσι θα προσπαθούσε να ζεστάνει ξανά και την καρδιά της.  

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Σε ένα ξύλινο παγκάκι













Σε ένα ξύλινο παγκάκι, 
κόσμος περνά, προσπερνά, 
σε ένα ξύλινο παγκάκι, 
εφημερίδες σκεπασμένο από κάποιον ζητιάνο που να ξαποστάσει ζητούσε, 
σε ένα ξύλινο παγκάκι, 
που σκαλισμένα τα κάππα και δέλτα από καιρό έχουν φθαρεί, 
σε ένα ξύλινο παγκάκι, 
σε κάποιο παρκάκι, 
μια νυχτιά όλη μου την τρυφερότητα απόθεσα.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

The leap of faith














In trance, 
In turbulence, 
disorientated,
dysfunctional, 
daring, 
dancing with uncertainty, 
dancing with faith, 
so many signs, 
so many sighs, 
taking the leap of faith, 
taking chances,
taking everything into consideration, 
I STAY!

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Η γυναίκα των βράχων





















Σαν τη στάχτη γκρίζα στέκουν απειλητικά για κάθε ξύλινο σκαρί που θα διαβεί τα στενά τους. Σαν κόχες κοφτερές οι κορφές τους ορθώνονται, σκαμμένες από τη βροχή και φαγωμένες από τα στοιχειά της φύσης… Σαν σιδερόφρακτοι ιππότες τη στεριά τους φρουρούν και κανείς γνωστικός τις κορφές τους δεν τόλμησε να πατήσει.

Εκεί τη βλέπουν να περπατά τις νύχτες…μία φιγούρα σαν τον άνεμο, μία παρουσία που μπλέκεται με τον αέρα που τα πανιά των ιστιοφόρων γεμίζει, μία γυναίκα που άσκοπα το σώμα της σέρνει στις απάτητες κορυφές του γκρίζου όγκου που μέχρι τον ουρανό ορθώνεται και κρύβει πολλές φορές τον ήλιο.

Η φιγούρα στέκεται στην άκρη του γκρεμού και μιλάει στη θάλασσα…φωνάζει, ρωτάει, απαιτεί για απόκριση αλλά απάντηση δεν παίρνει. Άλλες φορές τη μαστιγώνει η βροχή, άλλες φορές ο άνεμος, που θαρρείς θα τη σηκώσει ψηλά με δύναμη για να τη γκρεμίσει και να την κάνει χίλια κομμάτια στις κοφτερές άκρες των βράχων.

Αλλά αυτή δεν φοβάται…με πείσμα που αψηφά τον θάνατο, σκαρφαλώνει, παραπατά και αντιστέκεται στη φύση και στην άκρη στέκεται για να φωνάξει με όλη τη δύναμη της ψυχής της στον γαλάζιο γίγαντα που απλώνεται μπροστά της. Της μιλά και αυτή αποκρίνεται, την βρίζει και αυτή απαντά, την κατηγορεί και αυτή γελά ειρωνικά, σηκώνοντας το επιβλητικό μέγεθός της με κύματα που τη γυναίκα να καταπιούν με μιας θα μπορούσαν!

Αλλά εκείνη εκεί…γαντζωμένη στις κρύες άκρες, με απόγνωση να ρωτά, «Γιατί;!» και ο υδάτινος όγκος να αποκρίνεται, «Γιατί είσαι πολύ μικρή και ασήμαντη να ρωτάς! Γιατί είσαι πολύ μικρή και ανόητη να θες να μάθεις! Γιατί τίποτα δεν σου χρωστώ και σταμάτα να έρχεσαι εδώ για να ρωτάς!» Μία λέξη στα ματωμένα από τον αέρα χείλη της, μία παράκληση στα ματωμένα από τα κοφτερά βράχια χέρια της σαν επίκληση σε αυτήν που για χρόνια πολεμά… «ΓΙΑΤΙ;»

Σαν ιαχή πολέμου αυτό το «Γιατί» αντηχεί…σαν τον άνεμο που τρομακτικά σφυρίζει μέσα από τους γκρίζους βράχους, σαν να ακούς τη φωνή των σειρήνων που άλλη δουλειά δεν έχουν παρά να προσκαλούν τα αθώα θύματά τους. Αλλά αυτό το «γιατί» απάντηση δεν παίρνει…και η φιγούρα της γυναίκας εκεί…τα μαύρα μαλλιά να μαστιγώνουν το πρόσωπό της βρεγμένα πια απ’ τη βροχή, το σώμα της γερμένο, σαν δεντράκι που από τον άνεμο λύγισε, στα γόνατα σκυμμένη, οι παλάμες στο κενό κρέμονται, τα μάτια της δυο κάρβουνα φωτιές καίνε, και από το στήθος της κραυγή πολέμου ορθώνεται… «ΓΙΑΤΙ;;;!!!»

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Αγρίμι


















Σαν αγρίμι η ψυχή μου κρύβεται στις σκιές...

Ξεμυτίζει νωρίς και αφουγκράζεται την ησυχία...

Περπατά προσεκτικά γιατί ακόμα και αυτά τα χαμόκλαδα που πατά και σπάνε τη σκιάζουν...


Έχε πεποίθηση καρδιά μου στην αγάπη, έχε πίστη!


Αγρίμι...


Σαν τα αγρίμια που το χέρι με τροφή τους προτείνεις,
και εκείνα το αρπάζουν και πηγαίνουν στην φωλιά τους να το φαν...


Σαν αυτά η ανυπότακτη ψυχή μου φέρνεται...


Ο φόβος φυλάει τα έρημα...


Και τα Ελεύθερα λέω εγώ...















Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Γιατί τελικά το τρέξιμο δεν είναι μοναχικό άθλημα










Οι δρομείς των μεγάλων αποστάσεων θεωρούνται μοναχικά όντα. Οι Μαραθωνοδρόμοι καλούνται να διανύσουν 42 χιλιόμετρα έχοντας για μοναδική συντροφιά τους, την ανάσα, τον ήχο των βημάτων τους, τη σκέψη τους ή τη μουσική, που τους βοηθά να συγκεντρώνονται ή να αποσπούν το μυαλό τους από τον κάματο.

Αυτή ήταν και δική μου πεποίθηση.

Μέσα από το τρέξιμο, από την συγκέντρωση και την ηρεμία που προσφέρει στο μυαλό μου η κίνηση από τη στιγμή που θα βρω τον ρυθμό μου και ύστερα, είναι για μένα η στιγμή που θα αρχίσω την σιωπηρή συνομιλία με τον εαυτό μου. Είναι η στιγμή που θα ανασύρω τα προβλήματα μου και θα ψάξω να βρω λύσεις. Είναι η στιγμή που θα αφουγκραστώ την εσωτερική φωνή μου.

Στον 1ο μου Ημιμαραθώνιο πίστεψα ότι τα πράγματα δεν θα ήταν διαφορετικά. Πρώτη απόπειρα να ξεπεράσω τα 20 χιλιόμετρα και όσο δισταγμό και φόβο είχα άλλη τόση χαρά και προσμονή για να δω τι και αν θα τα καταφέρω.

Ο 5ος Αχίλλειος Δρόμος που διεξάγεται από τον Δήμο Αχιλλείων στην Κέρκυρα ήταν η δική μου ευκαιρία. Και η χαρά μου μεγάλη, γιατί η Κέρκυρα αποτελεί για μένα τόπο – σταθμό. Αγαπημένος καλοκαιρινός προορισμός, τόσο που πια να γνωρίζω ανθρώπους και να έχω αποκτήσει στέκια. Οι Μπενίτσες όπου θα τερματίζαμε τον αγώνα, ήταν το πρώτο μέρος που έμεινα στην Κέρκυρα, όταν πρωτοπάτησα το νησί στα 15 μου χρόνια.

Το πρωί της Κυριακής της 23ης Μαΐου στάθηκα στην Αφετηρία που είχε στηθεί στο χωριό Κυνοπιάστες με ανάμεικτα συναισθήματα…ενθουσιασμό, αγωνία, φόβο. Ο αφέτης δεν άργησε να δώσει το σύνθημα και ένα πολύχρωμο αλλά και πολύγλωσσο πλήθος – αφού στον αγώνα πήραν μέρος περί τους 60 Ιταλούς δρομείς αλλά και μία Αμερικανίδα που ήρθε από το Detroit για να τρέξει στην Κέρκυρα – όρμησε σχεδόν για να «καταλάβει» την 1η ανηφόρα που δεν άργησε καθόλου να κάνει την εμφάνισή της.

Η διαδρομή, δύσκολη, με ανηφόρες – φουρκέτες αλλά η ομορφιά του κατάφυτου τοπίου, η δροσιά από τα δέντρα και τα καλοσυνάτα χαμόγελα των χωρικών από τα χωριά που περνάγαμε, ήταν αρκετά για να αποσπάσουν το μυαλό από τη δυσκολία. «Κοίτα να δεις», σκέφτηκα, «παρεούλα!».

Η αλήθεια είναι ότι στάθηκα τυχερή. Οι φίλοι δρομείς που ταξίδεψα μαζί τους και που βρήκα στο νησί ήταν συνέχεια κοντά μου. Δεν χρειαζόταν να είναι συνέχεια εκεί με τη φυσική τους παρουσία. Τον περισσότερο καιρό βρίσκονταν δίπλα μου με τη σκέψη. «Τι ώρα είναι;», «Τώρα!», απαντούσα στον φίλο μου το Γιώργο, παραθέτοντας τη γνώση μας από κάποιο βιβλίο. «Θα γυρίσω να σε τραβήξω όταν τερματίσω», αντηχούσε στ’ αυτιά μου η υπόσχεση της Άντζυς ότι θα είναι μαζί μου στα τελευταία μέτρα. «Youll be fine, you can sure run a half marathon» με διαβεβαίωνε η Denise, «Να είσαι δυνατή αδελφούλα» μου είπε ο νεοαποκτηθείς δρομικός αδελφός μου Νίκος. Και άλλος ένας Νίκος, που με ακολούθησε κατά πόδας και στα 21 χιλιόμετρα. Και δεν με άφησε στιγμή από τη έννοια του. Και δύο φορές που ένιωσα αδύναμη αρκούσε απλά να απλώσω το χέρι μου και να κάνω μαζί του χέρι με χέρι λίγα βήματα. Και μετά πάλι μόνη…μα ήμουν μόνη;

Στη διαδρομή έρχονταν κοντά μου, στη σκέψη μου άνθρωποι που με ενέπνευσαν, που μου έδωσαν μαθήματα με τη δύναμη, το θάρρος και τη μεγαλοψυχία τους, όχι μόνο δρομικά αλλά και στη ζωή γενικότερα. Παρεούλα τους είχα. Παρεούλα είχα και τη Debbie που το 1980 τρέχοντας την Κλασσική στην Αθήνα, φύτεψε το σπόρο του τρεξίματος μέσα μου. Κοντά μου και δικοί μου άνθρωποι, που πάλεψαν και αυτοί και βγήκαν νικητές. Πόσους είχα κοντά μου αλήθεια! Και μερικούς που «συνταξιδεύαμε» στα 21 αυτά χιλιόμετρα…ένα αγόρι που πήγαινε για ώρα μπροστά μου και που κάποια στιγμή ένιωσα δυνατή να τον περάσω. Δίστασα όμως, το έβλεπα σαν ύβρη, σαν αλαζονεία. Όμως δεν μπορούσα να μείνω πίσω και τον περνάω, και την ώρα που προσπερνώ, απλώνω το χέρι μου και περιμένω να μου το χτυπήσει, να μου δώσει το ΟΚ. Και μου το χτυπάει! Ήταν σαν να’λεγε, «φύγε»!

Τα τελευταία χιλιόμετρα δίπλα στη θάλασσα, με τον ήλιο να λαμποκοπά πάνω από το κεφάλι μου ήταν πραγματικά μαγικά. Και να! Μπροστά διακρίνω την Άντζυ με τον Γιώργο να έρχονται…και ενσωματώνονται στην παρεούλα των δύο που πήγαν μαζί για 19 περίπου χιλιόμετρα…και γινόμαστε τέσσερις…και πάμε. Λίγο πριν τον τερματισμό ο Γιώργος με σπρώχνει, «φύγε, να τερματίσεις δυνατά»…και τον άκουσα, και έφυγα, και τερμάτισα με το όνομα μου να αντηχεί στ’ αυτιά μου από τα μεγάφωνα σαν όνειρο. Σάστισα…αλλά για λίγο…γιατί εκεί μπροστά ήταν δύο χέρια ανοιχτά για να με αγκαλιάσουν και να με συγχαρούν σε μία ξένη γλώσσα, της γυναίκας που διέσχισε έναν ωκεανό για να τρέξει μαζί μας.

Σαστιμάρα αλλά και ικανοποίηση…πόσα χαμόγελα, πόσες φωνές χαράς και συγχαρητηρίων. «Τα κατάφερα», σκέφτηκα, αλλά όχι μόνο για τα 21, αλλά και για την τόση αγάπη και αποδοχή που εισέπραξα από γνωστούς και αγνώστους, που με πέρασαν που τους προσπέρασα, που ταξιδέψαμε μαζί στους δρόμους των Φαιάκων.

Και έτσι, εκεί, ανάμεσα σε αγαπημένους φίλους και συναθλητές, έβγαλα τούτο το συμπέρασμα.

Τελικά, το τρέξιμο ΔΕΝ είναι μοναχικό άθλημα! 

(Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Πειραιά στις 30 Μαϊου 2010) 






Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Όταν ο αγώνας της ζωής κίνησε τα πόδια μου



















Ο κάθε αγώνας είναι διαφορετικός.

Το κάθε μέρος, η κάθε διοργάνωση, έχουν μία διαφορετική συμβολική σημασία.

Έτσι και ο 1ος Πολυεθνικός Ημιμαραθώνιος που διεξήχθη στο Τροκαντερό την Κυριακή στις 2 Μαϊου είχε για μένα μία ξεχωριστή σημασία.

Το μέρος είναι εκεί που για μένα άρχισαν όλα. Ο στίβος του Παλαιού Φαλήρου, στον οποίο πριν από 4 χρόνια ένα βράδυ του Μαρτίου μπήκα δειλά και έτρεξα για ώρα πολύ, έχοντας πολλά φορτωμένα στο μυαλό μου.

Ο αγώνας της Κυριακής προμηνυόταν εξαιρετικός. Η μέρα καθαρή, μαγιάτικη, ο ουρανός καθαρός, η ατμόσφαιρα ζεστή. «Καλοκαίρι», σκέφτηκα. Οι φίλοι όλοι εκεί, με τις πολύχρωμες εμφανίσεις τους, άλλοι με τις μπαντάνες στο κεφάλι τους, άλλοι με τα γούρια τους στα χέρια τους αλλά όλοι με χαμόγελα και ανυπομονησία για έναν αγώνα δίπλα στη θάλασσα!

Και εγώ, μετά από μία αποχή λόγω αναπνευστικού προβλήματος, έτοιμη να τεστάρω την αντοχή μου αλλά και την ψυχή μου. Η συμμετοχή μου γνωστή, Σκυταλοδρομία Ημιμαραθωνίου, μαζί με την δεύτερη κοπέλα της τετράδας των Γρήγορων Χελώνων. Ωραία σκέψη η σκυταλοδρομία, κάνει το μοναχικό χαρακτηριστικό του δρομέα πιο ελαφρύ. Κάποιος σε περιμένει να σε «αλλάξει»!

Η εκκίνηση δόθηκε γύρω στις 9 και με μεγάλη χαρά που θα έτρεχα στο «σπίτι» μου, ξεκίνησα μέσα στο πλήθος, ενώ από παντού άκουγα «καλή επιτυχία», «να προσέχεις, μην πας γρήγορα, ακόμα αναρρώνεις», αλλά και εγώ η ίδια να εύχομαι, να παροτρύνω, να ενθαρρύνω τους άλλους.

Η διαδρομή γνωστή, το μέρος οικείο και ξεκινώντας καλά, με τη γνωστή μου φόρα, πηγαίνω γρήγορα. Και νιώθω καλά, και συνεχίζω να πηγαίνω γρήγορα. Η ανάσα μου δεν με εμποδίζει σημαντικά αλλά μετά το πέμπτο χιλιόμετρο, η ζέστη με καταβάλει σιγά – σιγά, η ανάσα μου δύσκολα βγαίνει και τα πόδια μου βαραίνουν. Αρχίζω σιγά – σιγά να επιβραδύνω και για πρώτη φορά «το ένα πόδι μπροστά από το άλλο» φαίνεται δύσκολο.

Και εκεί είναι που αρχίζει το μυαλό να παίζει παιχνίδια. Να σταματήσω; Να περπατήσω; Πάλη ανάμεσα στην ψυχή που κινεί τα πόδια και στο μυαλό που ζητά υπακοή στην λογική.

Τη στιγμή εκείνη, μία σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου. Ήταν το όνειρο που είχα δει το προηγούμενο βράδυ. Μία φίλη, αγαπημένη συμφοιτήτρια, σύντροφος στις ανά τα χρόνια αθλοπαιδιές, που εντελώς ξαφνικά πριν από κάποιους μήνες ούσα έγκυος νόσησε από καρκίνο του μαστού. Και δίνει μάχη. Και γεννάει και ξεκινάει θεραπεία. Και είναι καλά. Και το προηγούμενο βράδυ ήρθε κοντά μου, στον ύπνο μου, με την ίδια δύναμη και την ίδια σπιρτάδα στο βλέμμα. Ήταν καλά!

Εκείνη τη στιγμή περνάω από μία νοητή ευθεία που θα ένωνε το σημείο που βρισκόμουν με το σπίτι της. Και ξέρω ότι είναι εκεί. Με το παιδάκι που ήρθε στη ζωή πρόωρα για να σωθεί η μαμά. Με τον άντρα της που πριν δύο χρόνια σχεδόν, χορεύαμε, αγκαλιαζόμασταν και κάναμε σχέδια τη μέρα του γάμου τους σε κάποιο Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου δεν υπήρχε πια. Εκείνη τη στιγμή ο αγώνας για τη ζωή της φίλης μου έγινε ο δικός μου αγώνας που κινούσε τα πόδια μου. Η σκέψη της δεν έφυγε από το μυαλό μου, τα μάτια της και η δύναμή της καρφωμένα μπροστά μου, στο δρόμο, στη θάλασσα που συνάντησα στα δεξιά μου, στα πανιά των ιστιοπλοϊκών που ανοίγονταν για ταξίδι. Η σκέψη μου απλά γέμισε από εκείνην. Και δεν πονούσα πια. Και πια δεν ήθελα να περπατήσω ή να σταματήσω. Ήθελα απλά να τερματίσω.

Και τερμάτισα. Για εκείνη. 


(Δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Δρομέων Υγείας Πειραιά στις 4 Μαϊου 2010)





Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Υγιή Συναισθήματα














Θυμός, οργή, λύπη...

Πόσο παρεξηγημένες είναι μερικές λέξεις, πόσο παρεξηγημένα είναι μερικά συναισθήματα. Αν το καλοσκεφτείς, πόσο ελεύθερος είσαι να τα νίωσεις και το σπουδαιότερο, να τα εκφράσεις;

Θυμός. Πόσο σου επιτρέπεται να θυμώσεις; Πόσες φορές δεν έγινες αντικείμενο δυσμενούς κριτικής επειδή "έχασες την ψυχραιμία" σου; 

Οργή. Άραγε πόσες φορές τα βλέμματα στο δρόμο δεν γύρισαν κοιτώντας σε επικριτικά επειδή έγινες "ταύρος εν υαλοπωλείο". Πόσα βλέμματα δεν σε κεραυνοβόλησαν επειδή φώναζες αγανακτησμένος σε κάποιο σοκάκι, πόσα δάχτυλα δεν βρέθηκαν στο ύψος του στόματος, προτρέποντάς σε να σωπάσεις;


Λύπη. Απαγορεύεται να είσαι λυπημένος. Απαγορεύεται να έχεις τις μαύρες σου. Απαγορεύεται να κλαις, να ξεσπάς. 


Να ξεσπάς...να βγάζεις από μέσα σου το πύον, να σπας το απόστημα...


Άραγε γιατί τα συναισθήματα αυτά δεν είναι αποδεκτά; Τι είναι αυτό που ωθεί τους ανθρώπους να θέλουν να σε βλέπουν πάντα χαρούμενο σαν να είσαι εθισμένος στο Prozac;


Νομίζω πως τελικά, τους βολεύει να παραμένεις απαθής και σιωπηλός...αλλιώς τους ξεβολεύεις, τους χαλάς την ησυχία τους, τη γαλήνη τους. Χωρίς τις εκρήξεις σου όλα θα ήταν "εντάξει", τίποτα δεν θα άλλαζε και οι άλλοι θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι, πως τίποτα δεν θα χαλάσει την αιώνια ηρεμία τους, την ασπρόμαυρη ζωή τους...


Καμιά φορά όμως χρειάζεται να βάζεις και λίγο χρώμα...έστω και αν αυτό είναι το κόκκινο του θυμού και της οργής!




Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Ο Γιος του Φεγγαριού



















Σαν πέσει η νύχτα το φως της ντύνομαι,
μαύρα πέπλα μέσα από τις σκιές η ψυχή μου ανοίγεται,
και κυνηγά το Γιο του Φεγγαριού.

Αέναο κυνηγητό ανάμεσα μας,
Σπρώχνω, τραβώ, διεκδικώ, τσακίζομαι,
Κάνω πίσω, κάνω μπρος, τρέχω με λύσσα να κρυφτώ,
να δειχθώ, την παρουσία μου να κάνω αισθητή!

Που είσαι; Που πας; Που κρύφτηκες;, η φωνή μου αντηχεί,
Αλλά της απαντά μόνο ο δικός της αντίλαλος.
Για άλλη μια φορά θυσία γίνομαι,
Με τα μάτια δεμένα με στέλνουν να συναντήσω τη μοίρα μου.

Να τον αγγίξω προσπαθώ με το μυαλό μου,
και ακόμα και αυτό με ματώνει.
Μη! Μακριά του μείνε, στης νύχτας την ατέλειωτη σιωπή θα σε βυθίσει!
Ποιος φωνάζει; Ποιος μιλά; Ποιος σιωπά;
Κλαδιά, σκιές, φωνές, και εγώ τρέχω σαν άλογο από την ταχύτητα τυφλό.
Πέφτω, σκίζομαι, αλλά σηκώνομαι και με τη δύναμή μου μετριέμαι!

Ω, Ουρανέ, τα χέρια σε σένα υψώνω,
και το ασημένιο πρόσωπό του στα χέρια μου απίθωσε,
να τον φιλήσω, να τον αγγίξω, να δω αληθινός αν είναι.

Όμως αντί για αυτόν, ο ουρανός ανοίγει και μια βροχή εξαγνιστική με χτυπά δυνατά!
Με χτυπά, αλλά εγώ εκεί, με λιώνει και εγώ παλεύω όρθια να μείνω!
Αλλά στο τέλος με νικά, στο έδαφος με ρίχνει,
και η γύμνια της ψυχής μου πιο φανερή και απ’ την αληθινή γίνεται!

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Ιn the deep of the night


In the deep end of the night, 
when the owl seeks and watches, 
where the branches of the trees slowly as a wave move, 
from the air that howls through them...

In the deep end of the night, 
Where the creatures of the night set to life,
where the ghosts of the past slowly awaken,
where the moon hangs from the sky like a melon slice...
In this deep end of the night,
my soul lies and takes life,
and it crawls and hides, 
like an eerie creature of the dark.

Oh please Mother Nature, 
give me strength to bare,
my thoughts and needs,
my yearnings and my faults, 
my rights and my wrongs, 
my step when I fall!